"Και μες στην τέχνη πάλι, ξεκουράζομαι απ' την δούλεψή της."

Sunday, 26 December 2010

Στης αταξιας τη στροφη.



Με τα ματοκυαλια στα ματια πασχιζεις να δεις το παρακλαδι
κι ομως πισω σου ενα ολοκληρο δασος αφηνεις.
Μη νομιζεις οτι εγω ομως δε το βλεπω!
Και το βλεπω και το ζω.
Ζουγκλα της μυθοποιημενης υποστασης της ευτυχιας
που επιδεξια σερβιρεται σε πιατο πορσελανινο.

Ω ξειν, αγγελειν ηλιθιοις οτι το μετεριζι της αποχαυνωσης
καταρεει σιγα σιγα.
Ξερω πως τα βηματα στην Πεμπτουσια δεν ειναι σεληνιακα αλλα και τα γηινα
ειναι ενα κατι μεσα στο τιποτα.
Μεσα απο διεστραβλωμενο γυαλι κοιτω το ατοφιο χρυσαφενιο φως της Ελευθεριας
κι οσο στρεβλο κι αν φαινεται δεν ειναι, δεν παυει να ειναι ελευθερο και ομορφο.

Τα κυματα ανταριαζονται κατω απο το αγγιγμα του παγωμενου ανεμου
κι απο μεσα αναδυεται ωσαν την Αφροδιτη η απελευθερωση απο τα δεσμα.
Ξεπεταγεται σαν την Ατλαντιδα της σωτηριας μας κι απο παντου ακουγονται ιαχες θριαμβου.
Νησος χαμενη και αποτομη ομως δυσκολο εδαφος για να σπειρεις.
Μην ανησυχεις! Δες!
Απο το χαος βγηκε κι ο κοσμος μας τιποτα δεν παρεληφθη ετοιματζιδικο.

Ανεβαινοντας τα σκαλια προς την αλλαγη νιωθεις το εδαφος να σειεται μανιωδως,
αλλα εγω ανεβαινω απτοητη γιατι Το βλεπω να ξεπροβαλλει πισω απο τα καταπρασινα δαφνοφυλλα.
Πανω απο το κεφαλι μου οι περαστικοι που στην πραγματικοτα καθε αλλο παρα περαστικοι ειναι
πετανε βαΐα και κραυγαζουν με συνεπαρμενες φωνες.
Και μεσα η ψυχη μου αναδιπλωνεται οταν πλησιαζω στην Πηγη. Την μερα αυτη που σπανε τα δεσμα θελει κι αυτη να αποδημησει απο το δεσμιο κορμι μου και να βρεθει στο πανθεο των ελευθερων ψυχων με τους χρυσοποικιλτους πορφυρενιους μανδυες.
Οταν πλησιαζεις στην Πηγη, ολα ανατρεπονται και η σοφια σου δε φτανει πια να εξηγησεις τη μεγαλοπρεπη αυτη στιγμη. Εισαι και παλι παιδι.

Friday, 24 December 2010

"Το Μονογραμμα" Οδυσσεας Ελυτης

Απο τα πιο εξαισια εργα στην ελληνικη ποιηση.

Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα,
μόνος,στόν Παράδεισο

Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές
Τής παλάμης,η Μοίρα,σάν κλειδούχος
Μιά στιγμή θά συγκατατεθεί ο Καιρός

Πώς αλλιώς,αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι

Θά παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Καί θά χτυπήσει τόν κόσμο η αθωότητα
Μέ τό δριμύ του μαύρου του θανάτου.


ΙΙ.

Πενθώ τόν ήλιο καί πενθώ τά χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς καί τραγουδώ τ’άλλα πού πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια

Μιλημένα τά σώματα καί οί βάρκες πού έκρουσαν γλυκά
Οί κιθάρες πού αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τά "πίστεψέ με" και τα "μή"
Μιά στόν αέρα , μιά στή μουσική

Τα δυό μικρά ζώα,τά χέρια μας
Πού γύρευαν ν’ανέβουνε κρυφά τό ένα στό άλλο
Η γλάστρα μέ τό δροσαχί στίς ανοιχτές αυλόπορτες
Καί τά κομμάτια οί θάλασσες πού ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ’τίς ξερολιθιές,πίσω άπ’τούς φράχτες
Τήν ανεμώνα πού κάθισε στό χέρι σού
Κι έτρεμες τρείς φορές τό μώβ τρείς μέρες πάνω από
τούς καταρράχτες

Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Τό ξύλινο δοκάρι καί τό τετράγωνο φαντό
Στόν τοίχο , τή Γοργόνα μέ τά ξέπλεκα μαλλιά
Τή γάτα πού μάς κοίταξε μέσα στά σκοτεινά

Παιδί μέ τό λιβάνι καί μέ τόν κόκκινο σταυρό
Τήν ώρα πού βραδιάζει στών βράχων τό απλησίαστο
Πενθώ τό ρούχο πού άγγιξα καί μού ήρθε ο κόσμος.


ΙΙΙ.

Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα

Επειδή σ’αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
Από παντού,γιά τό μικρό τό πόδι σού μές στ’αχανή σεντόνια
Νά μαδάω γιασεμιά --κι έχω τή δύναμη
Αποκοιμισμένη,νά φυσώ νά σέ πηγαίνω
Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε

Ακουστά σ’έχουν τά κύματα
Πώς χαιδεύεις,πώς φιλάς
Πώς λές ψιθυριστά τό "τί" καί τό "έ"
Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο
Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά

Πάντα εσύ τ’αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά
Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά
Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες
Τά δετά τριαντάφυλλα,καί τό νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Τό γερτό παντζούρι εσύ,ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ
Επειδή σ’αγαπώ καί σ’αγαπώ
Πάντα εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό εξαργυρώνει:

Τόσο η νύχτα,τόσο η βοή στόν άνεμο
Τόσο η στάλα στόν αέρα,τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή

Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο
Μές στούς τέσσερις τοίχους,τό ταβάνι,τό πάτωμα
Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου
Νά μυρίζω από σένα καί ν’αγριεύουν οί άνθρωποι
Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’αλλού φερμένο
Δέν τ’αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ’ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου

Να μιλώ γιά σένα καί γιά μένα.

ΙV.

Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν,μ’ακούς
Δέν έχουν εξημερωθεί τά τέρατα, μ’ακούς
Τό χαμένο μου τό αίμα καί τό μυτερό,μ’ακούς
Μαχαίρι
Σάν κριάρι πού τρέχει μές στούς ουρανούς
Καί τών άστρων τούς κλώνους τσακίζει,μ’ακούς
Είμ’εγώ,μ’ακούς
Σ’αγαπώ,μ’ακούς
Σέ κρατώ καί σέ πάω καί σού φορώ
Τό λευκό νυφικό τής Οφηλίας,μ’ακούς
Πού μ’αφήνεις,πού πάς καί ποιός,μ’ακούς

Σού κρατεί τό χέρι πάνω απ’τούς κατακλυσμούς

Οί πελώριες λιάνες καί τών ηφαιστείων οί λάβες
Θά’ρθει μέρα,μ’ακούς
Νά μάς θάψουν , κι οί χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θά μάς κάνουν περώματα,μ’ακούς
Νά γυαλίσει επάνω τούς η απονιά,μ’ακούς
Τών ανθρώπων
Καί χιλιάδες κομμάτια νά μάς ρίξει

Στά νερά ένα ένα , μ’ακούς
Τά πικρά μου βότσαλα μετρώ,μ’ακούς
Κι είναι ο χρόνος μιά μεγάλη εκκλησία,μ’ακούς
Όπου κάποτε οί φιγούρες
Τών Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό,μ’ακούς
Οί καμπάνες ανοίγουν αψηλά,μ’ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ νά περάσω
Περιμένουν οί άγγελοι μέ κεριά καί νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δέν πάω ,μ’ακους
Ή κανείς ή κι οί δύο μαζί,μ’ακούς

Τό λουλούδι αυτό τής καταιγίδας καί μ’ακούς
Τής αγάπης
Μιά γιά πάντα τό κόψαμε
Καί δέν γίνεται ν’ανθίσει αλλιώς,μ’ακούς
Σ’άλλη γή,σ’άλλο αστέρι,μ’ακούς
Δέν υπάρχει τό χώμα , δέν υπάρχει ο αέρας
Πού αγγίξαμε,ο ίδιος,μ’ακούς

Καί κανείς κηπουρός δέν ευτύχησε σ’άλλους καιρούς

Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες,μ’ακούς
Νά τινάξει λουλούδι,μόνο εμείς,μ’ακούς
Μές στή μέση τής θάλασσας
Από τό μόνο θέλημα τής αγάπης,μ’ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί,μ’ακούς
Μέ σπηλιές καί μέ κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου,άκου
Ποιός μιλεί στά νερά καί ποιός κλαίει -- ακούς;
Είμ’εγώ πού φωνάζω κι είμ’εγώ πού κλαίω,μ’ακούς
Σ’αγαπώ,σ’αγαπώ,μ’ακούς.

V.

Γιά σένα έχω μιλήσει σέ καιρούς παλιούς
Μέ σοφές παραμάνες καί μ’αντάρτες απόμαχους
Από τί νά’ναι πού έχεις τή θλίψη του αγριμιού
Τήν ανταύγεια στό μέτωπο του νερού του τρεμάμενου
Καί γιατί,λέει,νά μέλει κοντά σου νά’ρθω
Πού δέν θέλω αγάπη αλλά θέλω τόν άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τόν καλπασμό

Καί γιά σένα κανείς δέν είχε ακούσει
Γιά σένα ούτε τό δίκταμο ούτε τό μανιτάρι
Στά μέρη τ’αψηλά της Κρήτης τίποτα
Γιά σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός νά μου οδηγεί τό χέρι

Πιό δω,πιό κεί,προσεχτικά σ’όλα τό γύρο
Του γιαλού του προσώπου,τούς κόλπους,τά μαλλιά
Στό λόφο κυματίζοντας αριστερά

Τό σώμα σου στή στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνειας καί του διάφανου
Βυθού,μέσα στό σπίτι μέ τό σκρίνιο τό παλιό
Τίς κίτρινες νταντέλες καί τό κυπαρισσόξυλο
Μόνος νά περιμένω που θά πρωτοφανείς
Ψηλά στό δώμα ή πίσω στίς πλάκες της αυλής
Μέ τ’άλογο του Αγίου καί τό αυγό της Ανάστασης

Σάν από μιά τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σέ θέλησε η μικρή ζωή
Νά χωράς στό κεράκι τή στεντόρεια λάμψη τήν ηφαιστειακή

Πού κανείς νά μήν έχει δεί καί ακούσει
Τίποτα μές στίς ερημιές τά ερειπωμένα σπίτια
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στόν αυλόγυρο
Γιά σένα,ούτε η γερόντισσα ν’όλα της τά βοτάνια

Γιά σένα μόνο εγώ,μπορεί,καί η μουσική
Πού διώχνω μέσα μου αλλ’αυτή γυρίζει δυνατότερη
Γιά σένα τό ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
Τό στραμμένο στό μέλλον με τόν κρατήρα κόκκινο
Γιά σένα σάν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Πού βρίσκει μές στό σώμα καί πού τρυπάει τή θύμηση
Καί νά τό χώμα,νά τά περιστέρια,νά η αρχαία μας γή.


VI.

Έχω δεί πολλά καί η γή μές’απ’τό νού μου φαίνεται ωραιότερη
Ώραιότερη μές στούς χρυσούς ατμούς
Η πέτρα η κοφτερή,ωραιότερα
Τά μπλάβα των ισθμών καί οί στέγες μές στά κύματα
Ωραιότερες οί αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τά βουνά
τής θάλασσας

Έτσι σ’έχω κοιτάξει πού μου αρκεί
Νά’χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μές στό αυλάκι που τό πέρασμα σου αφήνει
Σάν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ακολουθεί

Καί νά παίζει μέ τ’άσπρο καί τό κυανό η ψυχή μου !

Νίκη,νίκη όπου έχω νικηθεί
Πρίν από τήν αγάπη καί μαζί
Γιά τή ρολογιά καί τό γκιούλ-μπιρσίμι
Πήγαινε,πήγαινε καί ας έχω εγώ χαθεί

Μόνος καί άς είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί
νεογέννητο
Μόνος,καί ας είμ’εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα νά σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος,ο αέρας δυνατός καί μόνος τ’ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στό βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στούς καιρούς τόν Παράδεισο !


VII.

Στόν Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στή θάλασσα

Μέ κρεβάτι μεγάλο καί πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μές στ’άπατα μιάν ηχώ
Νά κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ

Νά σέ βλέπω μισή να περνάς στό νερό
και μισή να σε κλαίω μές στόν Παράδεισο.






Tuesday, 21 December 2010

Και να τωρα που φτασαμε....



Και να τωρα που φτασαμε να βλεπουμε τα δικα μας αποκαΐδια αυτη τη φορα, να τα σηκωνει αναλαφρα ο ανεμος και να τα σκορπιζει στα τεσσερα σημαδια του οριζοντα.
Ειναι αληθεια σκληρο να ζεις το ιδιο σεναριο ξανα και ξανα.
Σκληρο και επωδυνο να πατας στα ιδια βηματα που εχεις πατησει κι αλλες φορες.

Και μια μερα απ'τις πολλες, με βρηκε να καθομαι αφηρημενη μες στις σκεψεις μου ο φιλος μου ο Βορρας.Τον καλωσορισα με θερμη και τον εβαλα να κατσει σε μια πορφυρη πολυθρονα. Μου πε πως εχει κατι για μενα και μου δειξε ενα μικρο εβενινο κουτακι, γεμισμενο με λιγες σταχτες.Αμιλητος εφυγε και καθως εκλεινε η πορτα πισω του εμεινα εγω να κοιτω τις σταχτες σκεφτικη.

Λιγο καιρο μετα συναντησα στο δρομο τον Νοτο. Χαρηκα πολυ που τον ειδα. Καθισαμε κατω απο ενα δεντρο και λεγαμε τις ιστοριες μας. Αχ! Ποσο καιρο ειχα να τον δω? Οταν εφτανε η ωρα του αποχαιρετισμου μου δωσε ενα πουγγι βελουδινο λεγοντας μου πως το βρηκε στην αυλη του. Εγω πηρα το μικρο πουγγακι και δεν το ανοιξα παρα μονο στο σπιτι. Μεσα ειχε λιγες σταχτες κι αυτο.

Περασαν μηνες μετα απ'αυτο και μια μερα ποτιζα τις τριανταφυλλιες στον κηπο μου. Ο κηπος μου ειναι απ΄τους πιο ωραιους και μεγαλους που εχετε δει, γεματος ροζα, τουλιπες, μικρα χαμομηλακια, κρινους, και δυο βελανιδιες. Χμ, πως μου ρθε να βαλω βελανιδιες ουτε που το θυμαμαι. Τελοσπαντων, το απογευματακι περασε και η Ανατολη για να με δει. Βιαστικη οπως παντα
μου ειπε τα λιγοστα νεα της και στο τελος μου αφησε ενα πολυ μικρο δοχειακι.Περασαν μερικες στιγμες πριν το ανοιξω και δω τις γνωστες σταχτες μεσα.

Τις προαλλες ειχα παει για μια βολτα στη θαλασσα. Μ'αρεσει να περπατω τα δειλινα πλαΐ στο κυμα και να ακουω τον αφρο να ξεβραζεται πανω στα βοτσαλα της αμμου. Ετσι και εκεινη την ημερα περπατουσα αργα με το αερακι να φυσαει τα μαλλια μου οταν ξαφνικα ενιωσα ενα αγγιγμα πισω μου. Ηταν η Δυση. Δε μιλησε παρα μου χαμογελασε και μου δωσε κι αυτη με τη σειρα της ενα καταλευκο πορσελανινο βαζακι και εφυγε. Ηξερα τι θα εβλεπα μολις το ανοιγα. Και αυτο ειδα: λιγοστες σταχτες να ξεχωριζουν μεσα στο ασπρο φοντο.


Tuesday, 14 December 2010

Santa is coming to town.



Μια εβδομαδα και κατι μας χωριζει απ' τα φετινα Χριστουγεννα και απο καιρο πριν εχουν στολιστει τα μπαλκονια με χριστουγεννιατικα λαμπιονια, τα σπιτια με τα μεγαλα χριστουγενιατικα δεντρα, οι βιτρινες των καταστηματων με γιορτινα στολιδια κτλπ.

Τα Χριστουγεννα ειναι η αγαπημενη μου γιορτη. Μην περιμενετε να σας εξηγησω ακριβως γιατι. Ειναι ενα συνονθυλευμα απο πολλα ευχαριστα συναισθηματα που μου δημιουργουνται καθε τετοια εποχη και σ'αυτο συμβαλλουν κατα πολυ οι γιορτινες ετοιμασιες, τα στολισματα ακομα και το κρυο του Δεκεμβρη που τα κανει ολα τοσο χουχουλιαρικα!(ναι ακριβως αυτη η λεξη ταιριαζει εδω!)

Τις προαλλες ειχα παει στο Συνταγμα, στην Ερμου με μια φιλη μου απ'τη σχολη για μερικες χριστουγεννιατικες αγορες και πραγματικα ηταν τοσο τελεια. Οχι τοσο το μεγαλοποιημενο shopping αλλα η ιδια η βολτα μεσα στο δρομακι αυτο με το χιονι να πεφτει. Ειχα καιρο να δω τις λευκες παγωμενες νιφαδες του χιονιου να σκεπαζουν τους δρομους. Βεβαια δε χιονισε πολυ αλλα εστω κι αυτο το λιγο μου εφτανε. Τα κοκκινα μαγουλα, τα χαμογελα των ανθρωπων που περπατουσαν γυρω μου ηταν κατι παραπανω απο μαγικο.
Μαγεια κρυβουν τα Χριστουγεννα που ξεχυνεται απο οποια πλευρα και αν κοιταξεις.
Παραμυθια για τον πολυαγαπημενο μας χοντρουλικο Άι-Βασιλη που με την κοκκινη στολη του μπαινει μεσα απο καμιναδες την Πρωτοχρονια για να αφησει τα δωρα του στα καλα παιδακια, για ξωτικα, για το πνευμα των Χριστουγεννων, μας συνεπαιρνουν και γινομαστε ολοι και παλι μικρα παιδια.


Friday, 10 December 2010



I was looking for another you , I found another one
.
I was looking for another you , when i looked round you were gone.


Στο τυχαιο του χρονου ετυχε να σε γνωρισω.Στην αρχη διστακτικα και επειτα με σιγουρια ειπα πως αυτο που εψαχνα ησουν εσυ. Μετα η συνεχεια ειναι γνωστη. Βαδισαμε μαζι για ενα αρκετο ακαθοριστο χρονο και σε μια γωνια χαθηκαμε μεσα στο βραδυ. Το ουσιωδες του ενδιαμεσου εγινε βαρυ και δυσαρεστο και ξεθωριασε με τον καιρο σε κατι επουσιωδες. Το χω ζησει ξανα το σεναριο αυτο. Ισως γι' αυτο μου χτυπησε την πορτα στς 4 π.μ ενα καλοντυμενο "Γιατι" κι αρχισε σαν εφοριακος να ξεφυλλιζει τα βιβλια τα προσωπικα μου. Προσπαθησα να ψαξω στο προσωπο του για κατι να μου μαρτυρησει τι σκεφτοταν. Λιγη ωρα μετα σηκωθηκε και μου εγνεψε με συμπαθεια. Πηρε την τσαντα του κι εφυγε. Καθισα στο τραπεζι και εβαλα τα χερια μου στο προσωπο.
Ποσο δικιο ειχε αυτο το νευμα.
Προσπαθησα πολυ κι ακομα αυτο κανω κι ομως απ' οτ,ι φαινεται δεν ειναι αρκετο. Χρειαζεται κι αλλη προσπαθεια, περισσοτερη αντοχη.
Κι αλλα βραδια που αργει να ξημερωσει καθως στιφογυριζω στο κρεβατι για τη μαγικη λυση, το κλειδι του γριφου.
Αυτος ο γριφος δεν ειναι ομως για να λυθει κι ουτε κανεις ποτε θα το καταφερει.
Χαρηκα που το συνειδητοποιησα. Κατι ειναι και αυτο. Μεσα στην αναζητηση θα βρεθει κι ο θησαυρος. Για να φτασεις στην ακτη θα πατησεις πρωτα στην αμμο. Η αμμος ειναι καλη. Παιζεις με την αμμο. Το μετα ομως σε δικαιωνει, οταν περπατας πανω στα κυματα.
Δεν εχω αλλα να πω γιατι ειναι αργα και κουραστηκα. Λεω να παω να κοιμηθω λιγακι.

Σηκωθηκα και πηγα να ξαπλωσω.

Thursday, 9 December 2010

Η πολις.



Είπες· «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ’ είν’ η καρδιά μου — σαν νεκρός — θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»

Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού — μη ελπίζεις—
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες.

Εξαιρετικη απαγγελια απο τον Δημητρη Χορν.

Wednesday, 8 December 2010

Υπεροχο τιποτα.



Οι παρωπιδες σου σε εκαναν να ψαχνεις για φωνες.
Φωνες οικειων μα και μια μοναδικη.


Τι κι αν προσπαθεις να εισαι εσυ σωστος?Να τα κανεις ολα στην εντελεια για να μην πληγωσεις κανενα?Κανεις δε δινει μια δεκαρα τσακιστη στο εγγυωμαι.Θα στη φερουν και δε θα καταλαβεις απο που σου ρθε η μαχαιρια στην πλατη....Και δε θα ειναι μια....
Θα ρθει η ωρα που θα απογοητευτεις απο εκει που δεν το περιμενεις και παλι θα αρχισουν οι φωνες μες στο κεφαλι να σου φωναζουν κι εσυ δε θα μπορεις να κανεις τιποτα αλλο παρα να τις ακους με το κεφαλι σκυμμενο.

Ποσο ρε φιλε θα προσπαθεις ακομα? Πες μου ποσο?
Ποσο θ'αντεξεις να μην βρισκεις καπου να σταθεις? Να ξαποστασεις ρε αδερφε απο της πολης τη βουη....

Θα ξερεις ομως οτι προσπαθησες και.... για να μη γελιομαστε ακομα θα προσπαθεις να βρεις.
Τωρα το αν βρεις ειλικρινα δεν ξερω πλεον να στο απαντησω. Αληθεια σου λεω δεν ξερω.
Ισως η τυχη σου γελασει και σε πιασει απο το χερι να σε παει μπροστα στο σπανιο, το δυσευρετο αλλο σου μισο.
Επ, μη κανεις γκριματσα!Ποιος σου ειπε οτι μιλαω για ερωτα?

Αραγε, ομως η προσπαθεια μετραει ή το αποτελεσμα θα μεινει στο καταστιχο των αναζητησεων σου?
Και αξιζει να ψαχνεις ή τζαμπα χαλας τη ζαχαρενια σου?
Θα καταληξω πως αξιζει γιατι το χρωστας σε σενα να βρεις το καλυτερο για τον εαυτο σου. Τωρα το εαν το βρεις παιζεται. Ε, τι να σου πω μην τα βαζεις μαζι μου! Ψαξε καλυτερα στην τελικη!

Τι? Εψαξες? Καλα ντε σε πιστευω....Τοτε ψαξε καλυτερα. Ειναι προτιμοτερο απο το να κλειστεις στο σπιτι και να ψαχουλευεις τους ψιθυρους.
Μαγευτηκες με τα ωραια λογια και το καλοσυνατο προσωπο ομως μην ξεγελιεσαι. Ακομη ενα προσωπειο, μια καλοτεχνημενη μασκα πολυτελειας.

Γελασες κι εκλαψες με μια φενακη.
Με ενα υπεροχο τιποτα.

Monday, 6 December 2010

Στις 6 Δεκεμβρη θυμομαστε τον Αλεξη.



Δυο χρονια περασαν απο τα Δεκεμβριανα του 2008, απο την ημερα που ενα 15χρονο παιδι πηρε αναπαντεχα το δρομο για τους αγγελους.

Ηταν λιγο μετα τις 9 το βραδυ του Σαββατου, οταν διαπραχθηκε η δολοφονια του Αλεξανδρου Γρηγοροπουλου απο τον ειδικο φρουρο Επαμεινωνδα Κορκονεα στα Εξαρχεια. Πληθος καλοθελητων εσπευσαν να δικαιολογησουν την φρικαλεα αυτη πραξη διαδιδοντας πως το λαθος δεν ηταν του αστυνομικου, αλλα του νεαρου μαθητη.
Αμετρητες οι προσπαθειες αμαυρωσεως του νεκρου παιδιου με σκοπο την αθωωση του κατηγορουμενου. Ελεχθη οτι ο 15χρονος εξωθησε τον ενστολο με προκλητικη φρασεολογια καθως και με τη ριψη διαφορων αντικειμενων να προβει στον πυροβολισμο για εκφοβισμο. Περιεργος εκφοβισμος θα αναρρωτηθουμε ολοι επειτα απο τις μαρτυριες των αυτοπτων μαρτυρων που μιλουν για εσκεμμενο ανοιγμα πυρος με στοχο τον 15χρονο.

Οι υπερασπιση του ειδικου φρουρου προσπαθησε με καθε τροπο να ψεξει το ποιον του μαθητη χαρακτηριζοντας τον ως αναρχικο, πραγμα που συμφωνα με τα λεγομενα τους οφειλοταν στο οτι ο Αλεξανδρος Γρηγοροπουλος ερχοταν απο διαλυμενη οικογενεια.

Πραγματι, οι γονεις του 15χρονου ειχαν χωρισει,ωστοσο διατηρουσαν πολυ καλες σχεσεις και το φιλικο τους περιβαλλον κανει λογο για μια δεμενη οικογενεια που ποτε δεν εδωσε κανενα δικαιωμα.

Η δολοφονια λοιπον του νεαρου μαθητη σταθηκε ως η σταγονα που ξεχειλισε το ποτηρι σε μια κοινωνια που ηδη ασφυκτιουσε και πυροδοτησε ανευ προηγουμενου εξεγερσεις μαθητων και εκδηλωσεων.
Για 15 ημερες η Ελλαδα ζουσε σε κλοιο πληρους αναταραχης καθως η δολοφονια ηταν η αφορμη για να ξεχυθουν στο δρομο πληθος μαθητων και φοιτητων.

Ποταμι νεολαιιστικης οργης αφησε τα σχολεια και περικυκλωσε τα αστυνομικα τμηματα των περιοχων τους πετωντας απο αυγα μεχρι νεραντζια και αναποδογυριζοντας περιπολικα. Θυμαμαι προσωπικα τις καταληψεις και τις πορειες προς το αστυνομικο τμημα της περιοχης μας.

Και ερχομαι εγω ως ακομα μια 18χρονη φοιτητρια πλεον να συμπληρωσω:

Για οποιονδηποτε λογο ΔΕΝ πυροβολεις ενα παιδι. Γιατι αυτο ηταν ο Αλεξης,ενα δεκαπενταχρονο παιδι που μολις ανοιγε τα φτερα του.Ενας απο μας.Η οικονομικη του ανεση δεν τον εκανε λιγοτερο παιδι και ουτε το να τριγυρναει στα Εξαρχεια τον εκανε επικινδυνο αντιεξουσιαστη.
Αντιεξουσιαστες ειναι οι 300 της "καλης" μας Βουλης, που γυρνουν την πλατη στο κρατος δικαιου και προνοιας με τις κλεψιες τους, τα "καλυμμενα" εγκληματα κατα πολιτων που αποσιωπουνται και την ΠΛΗΡΗ εκμαυλισμο της πατριδας μας.

Η λεξη "μπατσος" που μονοπωλησε τα τοτε συνθηματα πειραζει πολυ οταν αντηχει στα αυτια των ενστολων γιατι πολυ απλα τους υπενθυμιζει τι εχουν καταντησει πια.
Αστυνομικος ειναι αυτος που προστατευει τον απλο πολιτη κι οχι αυτος που τον οδηγει στο θανατο.

Ζουμε ολοι κατω απο τον ιδιο ουρανο κι αυτο πολλοι το ξεχνανε μπροστα στη μυρωδια του χρηματος.
Αλλα η νεολαια κι οσοι δε γουσταρουν το "βολεμα" δε προκειται να σταματησουν να δινουν μαχες για ενα καλυτερο αυριο ολων μας κι οχι για να κοιμουνται καλυτερα οι "ολιγοι".

ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΔΩ!




Για τον Αλεξη μας.

Saturday, 4 December 2010

Χτιζοντας καστρα στην αμμο.


Εσωτερικες διερευνησεις....


Και να που οταν χτιζεις καστρα στην αμμο,οσο κοπο κι αν εχεις βαλει, αυτα θα πεσουν και θα σωριαστουν τοσο ανελεητα μπροστα στα ματια σου.

Ισως το τραβαει και ο οργανισμος μας βεβαια που παμε και υψωνουμε παλατια στην ακροθαλασσια, αλλα αυτο ειναι που μας σωνει στην πορεια.
Μεσα απο αυτο ζουμε....
γιατι στην τελικη ολα ειναι κυκλος.

Ξεκιναμε με ενα ονειρο καλοκαιρινο και πανω σ'αυτο στηριζουμε τις κινησεις μας, την συμπεριφορα μας, τις ελπιδες μας και ολα μας τα θελω. Το ονειρο εκτυλισσεται σταθερα χωρις να μας ρωταει ενω εμεις καθομαστε αναπαυτικα στην πολυθρονα και βλεπουμε το sequel.
Κι οταν πλεον φτασει η στιγμη να πεσει τοτε αρχιζει το κορομηλο. Και δωστου κατηγοριες προς εμας και τη ροπη μας στα λαθη, στις μαλακιες κτλ  και να τα χαρτομαντηλα και να τα ποτα και παει λεγοντας,ωσπου μια ωραια πρωια στεκομαστε παλι στα ποδια μας για να ξεκινησουμε να ριχνουμε το μπετον σε καινουρια αμμοχτιστα καστρα.

Μηπως ομως αυτο δεν ειναι η ζωη? Ενα συνεχες σκαμπανεβασμα? Ενα τρενακι του λουνα παρκ που τη μια παει πανω και την αλλη κατω.

Βεβαια ενω σ'αλλους φερνει ναυτια, αλλοι το διασκεδαζουν γιατι βαριουνται τη μονοτονια. Φανταστειτε ολα να ακολουθουσαν μια ευθεια,σταθερη γραμμη που ολα ειναι δεδομενα και νωθρα!
Τι φρικη ετσι?

Κι οταν το καλοκαιρι παλι θα ρθει, στη θαλασσα θα παω να χτισω το δικο μου καστρο. Και μολις αρχισει να νυχτωνει θα κατσω λιγο πιο περα να κοιτω το κυμα που θα το γκρεμιζει.