"Και μες στην τέχνη πάλι, ξεκουράζομαι απ' την δούλεψή της."

Saturday, 31 December 2011

Η Μηχανή του Χρόνου.

Καθώς κάπνιζα ένα από τα τελευταία μου τσιγάρα και ο καπνός που έβγαινε παχύς και πυκνός από το στόμα μου, διαχεόταν στον χώρο, δημιουργούσε ένα τείχος ανάμεσα σε μένα και στον ήλιο που ξεπρόβαλλε δειλά-δειλά πίσω από την θάλασσα. Μηχανευόμουν τρόπους για να αλλάξω το σκηνικό, για να γυρίσω τον χρόνο πίσω. Χωρίς να καταλάβω πως, ξεπήδησε από την «κόγχη» του μυαλού μου μια τρελή, παλαβή, αλλά εντελώς απέλπιδα ιδέα….
Ας ξεκινήσω σύμφωνα με τα πεπραγμένα μου λοιπόν. Αρχικά όλα ξεκίνησαν κατά την διάρκεια της παιδικής μου ηλικίας. Είχα τρελά όνειρα εγώ ή τουλάχιστον πίστευα σε ένα όνειρο πέραν κάθε φαντασίας. Ήθελα ο κόσμος που ζω να μην έχει την μορφή και την υφή που γνωρίζουμε σήμερα, αλλά μέσα σε αυτόν να υπήρχαν μάγοι, δράκοι, μεταφυσικά πλάσματα και ότι μπορεί να χωρέσει ο νους ενός φαντασιόπληκτου.


Δεν σας κρύβω πως πολλές φορές το ευχήθηκα κιόλας. Μεγαλώνοντας βέβαια κατάλαβα πως όλα αυτά τα υπερφυσικά, μεταφυσικά και άλλοτε απόκοσμα όντα ήταν εφικτό να ζουν μόνο στην φαντασία μου. Αναζήτησα τότε κάτι πραγματοποιήσιμο, γήινο θα έλεγα…
Στα πρώτα σκαλοπάτια των εφηβικών μου χρόνων, εκεί που η τρέλα σου χτύπα για πρώτη φορά την πόρτα, άρχισε να μπαίνει μέσα μου το μικρόβιο της γνώσης, και έτσι ξεκίνησα να διαβάζω ιστορικά βιβλία, αλλά και βιβλία για μεγάλους εφευρέτες όπως ο Νεύτων, ο Τέσλα η ο Έντυσον (αν συνυπολογίσετε και τα κατάλοιπα της φαντασίας τον παιδικών μου χρόνων, καταλαβαίνετε πως μερικές φορές δημιουργούσα ένα συνονθύλευμα φανταστικών και πραγματικών ιστοριών, αρκετά επικίνδυνων για την ψυχική μου υγεία). Ήθελα που λετε να κατανοήσω το μεγαλείο του έργου τους και με κυρίευε ένα πρωτόγνωρο δέος κάθε φορά που αντιλαμβανόμουν το εύρος των ικανοτήτων τους. Κάπου βαθιά μέσα μου, στις πιο ανεξερεύνητες πτυχές του εγώ μου, είχα διακαή πόθο να υλοποιήσω κάτι μοναδικό, κάτι ανεπανάληπτο, κυρίως για την ικανοποίηση του εγωισμού μου. Δεν σου κρύβω πως ποθούσα κάτι ανάλογο των έργων τους. Βέβαια δεν έβρισκα τίποτα που να μπορώ ή έστω να έχω ελπίδες να πραγματοποιήσω και να είναι άξιο αναφοράς και κατ’ επέκταση να είναι ενδιαφέρον τόσο ώστε να το αναγάγω ως όνειρο ζωής. Έτσι κάπου εκεί τελείωναν άδοξα τα μεγαλεπήβολα σχέδιά μου για να δημιουργήσω ουσιαστικά το δικό μου «όνειρο ζωής».
Αχ, «όνειρο ζωής ή θανάτου» (τι να είναι άραγε;)

Από τότε πέρασε καιρός, πλέον ξέρω, ξέρω τι θα ανήγαγα ως «όνειρο ζωής», αλλά το μόνο που μπορώ να σας πω, είναι πως το όνειρο αυτό βρίσκεται με το ένα πόδι στην σφαίρα της φαντασίας μου και με το άλλο πόδι στον ανεκπλήρωτο πόθο μου να το υλοποιήσω....

Γιώργος Τρίχας

Friday, 30 December 2011

"Οι καμπανες ανοιγουν αψηλα ,μ’ακους, ενα περασμα βαθυ να περασω περιμενουν οι αγγελοι με κερια και νεκρωσιμους ψαλμους. Πουθενα δεν παω, μ’ακους;"

Πρεπει να ημουν στα μονοπατια της εφηβειας οταν πρωτοξεκινησε.
Μα απ'ο,τι καταλαβα με τον καιρο ηταν στο σωμα μου θαμμενο.
Χρονια να υφερπει χαιρεκακα και υπομονετικα γνωριζοντας πως με ειχε δικια του απο την πρωτη ανασα που πηρα. Δεν βιαζοταν, ηξερε ακριβως τι θα εκανε, πως, ποτε και γιατι.
Κι εγω εκει να παιζω τα αφελη μου παιχνιδια, αδυνατωντας να αισθανθω οτιδηποτε, ουτε καν μια ανατριχιλα στο λαιμο που θα με προιδεαζε για ο,τι προκειται να υποστω.
Σιγα σιγα ομως κατεφθασε το πληρωμα του χρονου και μεμιας ενιωσα κατι σαν, σαν πως να το πω, παγωμενα χερια να μου πιεζουν το νου και τη λογικη, να την τυφλωνουν, να τη χτυπανε αλυπητα, σκληρα ως που να χυθει αιμα.
Το αιμα μου.
Ενιωθα αυτα τα δεσμα χρονο με το χρονο να γινονται πιο δυνατα, πιο θανατερα να με αναγκαζουν ανελεητα να τα ικανοποιω και εγω να υποκυπτω μετα απο ωρες παλης με τον εαυτο μου για να νικησω και να ξεφυγω....να ξεφυγω!
Δε τ' αντεχες. σε τρομοκρατουσαν το βραδυ πριν τον υπνο κι εσυ εκλαιγες, εκλαιγες πολυ γιατι δεν μπορουσες να σωθεις.
Ο καιρος περασε και νομιζα οτι διαλυθηκε αυτος ο αορατος πνιγμος που με εζωνε.
Οτι τα καρφια σταματησαν να ερχονται προς το μερος μου.
Νομιζα οτι ζουσα παλι.
Και τωρα χρονια μετα, ωχ Θεε το ζω ξανα, με πνιγει πιο δυνατα απο πριν. Αυτος ο νοσηρος βασανιστης με σκοτωνει μεσα απο τον ιδιο μου τον εαυτο, ησυχα κι απαρατηρητα απο τον κοσμο, ετοιμος να ξεγλιστρησει φορωντας το πιο αθωο προσωπακι που εχει δει τουτη η Γη, κρυβοντας απο κατω την πιο μαυρη κολαση, σαπια και καυτη.
Και τωρα ο φονιας μου, αυτος ο επιδεξιος τιμωρος ξεκινησε να ραινει τον επιταφιο μου με τριανταφυλλα. Κοκκινα τριανταφυλλα, αυτα που αγαπω πιο πολυ! Τι ειρωνικο!

Αλλα αυτη τη φορα δεν υπολογισε οτι εχω εσενα.
Και τωρα για σενα απο τα δεσμα μου θα απελευθερωθω. Οποιο κι αν ειναι το τιμημα, εγω θα το πληρωσω.

Tuesday, 27 December 2011

Πόσο σε αγαπώ.

Ποσό σε αγαπώ άραγε, κανείς ξέρει?
Και εσύ θα με αγαπάς άραγε, κανείς ξέρει?
Είναι η ερωτικη αγάπη ότι πιο δυνατό συναίσθημα σε τούτον εδώ τον κόσμο, κανείς ξέρει?
Υπάρχει μεγαλύτερο συναίσθημα από τον ερώτα και την αγάπη, κανείς ξέρει?
Εγώ το μόνο που ξέρω είναι ότι είσαι η μητέρα της αγάπης και του έρωτα μου!

Γιώργος Τρίχας

Thursday, 15 December 2011

Η Αγαπη και η Φωτια

Θα σας πω μια ιστορια για την αγαπη και τη φωτια.
Η φωτια που λετε ειναι η διδυμη αδερφη της αγαπης.
Ω, ναι της αγαπης!
Δε θα ναι η πρωτη φορα που το ακουτε αλλα ισως ειναι η πρωτη φορα που θα ακουσετε την ιστορια.
Για να δουμε...
Μια φορα κι εναν καιρο ηταν αυτες οι δυο αδερφες, η Αγαπη και η Φωτια.
Μεσα στο ανθος της ηλικιας τους δε θα τις ξεχωριζες.
Ομορφες κι οι δυο, ψηλες και ντελικατες με τα φουστανια τους να ανεμιζουν στο αερακι ηταν σαν δυο σταγονες νερο μεχρι να τις γνωρισεις.
Τοτε θα τις ξεχωριζες και μονο απο τη μιλια.
Η Αγαπη ηταν μια καλοσυνατη και γλυκυτατη κοπελα που καταφερνε να κερδιζει τις εντυπωσεις οπου και βρισκοταν, ο,τι και να ελεγε. Ηταν αδυνατο να μην κοιταζες τα ματια της και να μην μαγευοσουν απο τις σπιθες που πετουσαν.
Η Φωτια απο την αλλη με το φλογερο ταμπεραμεντο της ηταν πιο ιδιοτροπη και αποτομη και αυτο  ξενιζε πολλες φορες τους αλλους σε αντιθεση με την αδερφη της.
Ετσι με τον καιρο η ζηλεια φωλιασε στην καρδια της Φωτιας κι αρχιζε να αντιπαθει την αδερφη της και οσους προτιμουσαν εκεινη. Παρ'ολα αυτα η Αγαπη δεν επαυε να την υποστηριζει και να δικαιολογει την συμπεριφορα της.
Την αγαπουσε πολυ.
Ωστοσο, η μονη σκεψη που βασιλευε πια στο μυαλο της Φωτιας ηταν να εξαφανισει με καποιο τροπο την Αγαπη. "Πρεπει να την εξαφανισω" ελεγε και ξαναλεγε στον εαυτο της.
Δεν ειναι λιγες οι ιστοριες με μαγισσες, ετσι λοιπον και στη δικη μας η Φωτια απευθυνθηκε σε μια γρια μαγισσα ωστε να απαλλαχθει απο τη αδερφη της.
"Δωστης να πιει αυτο" ειπε χαιρεκακα εκεινη και η Φωτια εσπευσε να αρπαξει το μικρο μπουκαλακι με το παχυρρευστο υγρο που περιειχε.
Την επομενη μερα εκανε πολυ ζεστη κι ετσι με την πρωτη ευκαιρια που διψασε η Αγαπη προσφερθηκε η Φωτια να της δωσει να ξεδιψασει κατι. Βεβαια, φροντισε μεσα στο νερο που της εδινε να εχει ηδη ριξει το φιλτρο εκεινο που της ειχε δωσει η μαγισσα.
Μολις το ηπιε εξαφανιστηκε μεμιας.
Σαν να ανοιξε η γη και την καταπιε.
Η Φωτια ενουσιαστηκε τοσο πολυ που ουτε ενδιαφερθηκε για το τι εγινε η αδερφη της.
Καθως περναγε ομως ο καιρος και η πικρια της Φωτιας εσβησε αρχισε να της λειπει η Αγαπη.
Ετσι αρχισε να την ψαχνει παντου αλλα οι προσπαθειες της δεν εδιναν καρπους.
Στο τελος αποφασισε να παει παλι σ' εκεινη τη μαγισσα και να τη ρωτησει που βρισκεται η αδερφη της.
Βρισκεται παντου και πουθενα. Σε χρυσο κλουβι μεσα σε σωματα αναλωσιμα που οι ανθρωποι ονομαζουν "καρδια".
-Τι εκανα; φωναξε με δακρυα να πνιγουν τα καταπρασινα ματια της.
-Αυτο επρεπε να το σκεφτεις πριν θελησεις να τη διωξεις.
Τα μαγια δε λυνονται, ανοητη.
-Κανε κατι γρια μαγισσα! Κανε κατι σε παρακαλω θελω να ξαναδω την αδερφη μου οποιο κοστος κι αν εχει η επιθυμια μου αυτη.
-Υπαρχει ενας τροπος.
Θα σε κανω φωτια κι ετσι θα μπορεις να βλεπεις την αδερφη σου σε καρδιες που αγαπανε αλλα μη βιαστεις να χαρεις.
Γιατι οι ανθρωποι δεν αγαπανε πια.
Κι ετσι εκεινη η μαυροφορεμενη γρια μαγισσα μεταμορφωσε την Φωτια στη φωτια που ξερουμε εμεις στις μερες μας και τη βλεπουμε οταν καιγεται ενα ξυλο.
Και ειχε δικιο εκεινη η μαγισσα.
Οι ανθρωποι εχουν αποξενωθει, ζουν μοναχικα ή με παρεα της μιας νυχτας που ξεγλιστραει το πρωι και παλι μενουν μονοι κι αδειοι. Περναει η μερα κι ερχεται η νυχτα και παλι βγαινει ο ηλιος κι παλι το φεγγαρι κι εκεινοι μενουν σταθεροι απορροφημενη σε μια ζωη ανουσια και φορτικη που απειλει να τους απομυζησει ο,τι ομορφο εχουν μεσα τους. Γνωστοι κι αγνωστοι ολοι ξενοι μεταξυ τους, ξενοι.
Παρ' ολα αυτα, τυχαινει καμια φορα δυο ανθρωπινες ζωες να συναντηθουν και να δημιουργηθει ενα παραμυθι ομορφο σαν αυτα που μας λεγανε οι γιαγιαδες για ερωτες αιωνιους και δυνατους.
Καθε τετοια φορα που συμβαινει δυο ανθρωποι να αγαπηθουν και τυχει να σταθουν μπροστα στη Φωτια οι φλογες της φουντωνουν δυνατα και χαρουμενα που ξαναβλεπει την Αγαπη μεσα στις καρδιες τους.
Ειναι η μοναδικη φορα που οι δυο αδερφες σμιγουν ξανα.




Wednesday, 14 December 2011

Περα απο το θανατο.

Εισαι εδω;
Με συγχωρεις αλλα αργησα.
Δεν σ'ακουω ομως. Εισαι εδω;
Θα καθισω λιγο. Περιεργο.
Ξαφνικα με πιασε ενας πονος.
Τοσο δυνατος λες και παλευω μεσα σε κυματα
Κουραζομαι,
δεν αντεχω την παγωμενη πνοη της θαλασσας ετσι οπως με ξεσκιζει
φοβαμαι.
Τι ειναι αυτη η ευωδια; Θυμιαμα;
Απο ποια πηγη αναβλυζει μεσα σε τουτη τη σιγη;
Μιλησε μου αγαπη μου! Ακομα να ρθεις;
"..μεχρι να τους χωρισει ο θανατος" ελεγε εκεινος ο γερακος θυμασαι;
Λιγα ηξερε κι εκεινος, δε συμφωνεις;
Οι ανθρωποι ειναι αδυναμοι οταν περπατανε μονοι, οταν βρουν το ομως το κομματι εκεινο του μισου τους που τους λειπει γινονται Αθανατοι.
Νικουν το θανατο δηλαδη καρδια μου.
Εγω σε βρηκα εδω και καιρο, θυμασαι; Η δικη μας τελειωση ανοιξε τουτη δω την πορτα για να διαβουμε, να περασουμε μαζι το τρομερο αυτο κατωφλι.
Ετσι ειναι ο Παραδεισος στο θανατο, ομως; Ησυχος και λαμπερος;
Που εισαι αγαπη μου; Δεν ηρθες;
Αρχιζω και φοβαμαι μ'ακους;
Θελω το σκοταδι μαζι με το θορυβο σου.
Τα βαρυγδουπα φιλια σου να μου σπασουν τα αυτια.
Που εισαι?
Δεν ειναι η μοναξια του θανατου που με ζωνει αλλα η δικη σου ελλειψη που αδυνατω να χωρεσω στο κενο αυτο τοπιο απο χρωμα.
Μιλησε μου αγαπη μου, που εισαι; 


-Ησυχασε, εδω ειμαι .