"Και μες στην τέχνη πάλι, ξεκουράζομαι απ' την δούλεψή της."

Saturday, 23 June 2012

Δρόμοι Ιστορίας

Δρομάκια και πλακόστρωτα, κάθ' ένα με με τη δική του μιλιά μοιάζουν να μ' ακολουθούν,
να με παίρνουν στο κατόπι και να ψιθυρίζουν σιγανά τις ιστορίες από το πολυκαιρισμένο τους βιβλιο:

 "Εμεις δεν ειμαστε δρόμοι!

Ξερή γη μας γέννησε τούτος δω ο κόσμος. Πάνω μας περπάτησαν οι ανδρείοι που σου μάθαν στα θρανία, κι ομως δεν τους ξέρεις! Τα παλαιά τα χρόνια, καθώς μας εξεδίπλωναν με τον βηματισμό τους, άκουγες ιδέες ατόφιο διαμαντικό τόσο ακατέργαστο και λαξεμένο συνάμα στους ορίζοντες του Στοχασμού που κι οι πέτρες έσταξαν μυαλό και σκέψη.
Εδώ πρωτοξεκίνησαν οι γιοι του Δευκαλίωνα και γέννησαν τους δικούς σας Πατέρες.
Οντότητες καλοσχηματισμένες με θαλερό το πνεύμα και το σώμα, δε διστάσαν ποτέ να ριχτούν μπροστά στα θεριά.
 Πάλεψαν για σας, σκοτώθηκαν για σας και σας εσώκλεισαν μέσα στην αιώνια κι ανέγγιχτη παρακαταθήκη τους.
Τους εσυναντήσαμε όλους. Από τους προγενέστερους ως τα νιά τα παλικάρια.
Τον Διαλεκτικό, το Σταγειρίτη , τον γραφέα του "Συμποσίου", αλλα και τους τραγικούς, τους κωμικούς.
Ατενίσαμε το Μακεδόνα με τ' άλογό του να ταξιδεύει τα σύνορα σε μονοπάτια άγνωστα, απροσπέλαστα και στον οφθαλμό.
Φτάσαμε στους Σύγχρονους. Αυτοί μας τάισαν την πιο νόστιμη τροφή, στην πλώρη μας προς της Ιθάκη.
Μα τωρα αγνώμονα τα τέκνα, τους γύρισαν την πλάτη, βαλθήκαν να κοιτάξουν κατάματα τον Ήλιο. Δεν ξέραν πως το τίμημα θα 'ναι κι ακριβό;
Της αχάριστης ψυχής τα ναύλα πιο φοβερά κι απ' του Αχέρωντα πέσαν πάνω στις κεφαλές των ανόητων

`τουτα τα καμωμάτα είδαν οι θεοί την αποφράδα κι ανηχώρησαν προς άλλες Πεμπτουσίες.
Άφησαν τον τόπο να βουλιάζει μες σε βάλτο βδελυρό διά απογοητεύσεως των ιδίων, διότι στους θεούς δεν υπάρχει χώρος για κρυφό και μυστικό. Τα είδωλα αντικατοπτρίζονται στον μεγαλόθωρο καθρέφτη σαν το γαλαζιο τ'ουρανου απάνω στης αλός τα κύματα."

Σωπάσαν έπειτα οι δρόμοι. Σωθήκαν τα λόγια τους κι είπαν να ξεχυθούν προς άλλες κατευθύνσεις.  "Αχ! Πώς ποθώ ξανά μια μέρα να δω τον Δία να γελά στα χώματα που έλαμψαν και τότε οι κεραυνοί του!" συλλογίστηκα μ' ανυπόμονη ελπίδα.

Μα μια στιγμή έσχατος ψίθυρος γι' ακόμη μια φορά ηκούσθη βελόνα μες στο κόκκαλο:

"Μη ξεχνάς...." ζητά παρακλητικά. "Μην ξεχνάς τι και ποιος είσαι..."