"Και μες στην τέχνη πάλι, ξεκουράζομαι απ' την δούλεψή της."

Saturday, 6 December 2014

Δεν ξεχνώ...6/12/08

Έξι χρόνια μετά ο Γρηγορόπουλος ζει. Ζει στις καρδιές μας, στο μυαλό μας, στα συνθήματα στους τοίχους, στην οδό Γρηγορόπουλου, πλέον, που άφησε την τελευταία του πνοή. Ο Γρηγορόπουλος ζει μέσα απ' τον καθένα από εμάς. Ήρωας; Όχι, ο Γρηγορόπουλος δεν ήταν ήρωας. Ήταν η ανθρωποθυσία εκείνη που χρειαζόμασταν για να δούμε το θηρίο κατάματα. Πώς συνυπάρχει δίπλα μας σε μια ψευδαίσθηση ασφάλειας κι αλληλεγγύης, πώς έρπει έτοιμο την πιο ανύποπτη στιγμή να μας δαγκώσει. Πήρε το χρίσμα του Ήρωά μας, χωρίς να το ζητήσει, χωρίς να τον ρωτήσουν. Μας ξύπνησε από το ροζ σύννεφο της μάνας Δημοκρατίας που στέλνει τους γιους της με τα μπλε να προστατεύσουν τις αξίες και τα ιδανικά της. Για μένα σύμβολο μιας χαμένης δημοκρατίας, για μένα μετερίζι για αγώνα μέχρι τελικής πτώσεως. Ώσπου τα θεμέλια να γκρεμιστούν και μια καινούρια κοινωνία να ξεφυτρώσει. Όχι καλύτερη ή χειρότερη. Μια κοινωνία πιο ανθρώπινη, κοντά στον Άνθρωπο, για τον Άνθρωπο
Έξι χρόνια μετά κι η ιστορία ζητά νέο πρωταγωνιστή για να στολίσει τις σελίδες της. Ο Ρωμανός, ο ήρωας, ο επαναστάτης. Όχι...
Ο Ρωμανός κι ο Γρηγορόπουλος, είναι ο Νίκος κι ο Αλέξης. Όχι δυο επίθετα κι ηρωισμοί και άλλες τόσες φανφάρες. Είναι εσύ κι εγώ. Είναι ο Νίκος που είδε τον καλύτερο του φίλο Αλέξη να ξεψυχεί στα χέρια του, που πρόλαβε απ'τη δική του θέση να δει κι αυτός το στυγνό πρόσωπο του τέρατος.  Είναι ίσως και κάτι παραπάνω. Μια Ιδέα. Για να παλέψεις εσύ κι εγώ, να σπάσουμε τα δεσμά της σκλαβιάς. Δεν την αντέχει τη σκλαβιά τούτος ο τόπος. Από εκείνο το βράδυ ο Νίκος δίνει τον δικό το πόλεμο για να σπάσει τις δικές τους αλυσίδες, τη δική του φυλακή. Δεν ξέρω αν είναι καλός κι ευγενικός, οξύθυμος ή νευρικός. Σίγουρα, όμως, δεν είναι αυτός που σου πλασάρει το τηλεκονσερβοκούτι. Δεν είναι ο λήσταρχος, ο τρομοκράτης, ο παρ' ολίγον δολοφόνος. Δεν είναι, αν μη τι άλλο, περισσότερο ληστής από 300 όρνεα που τραπεζοκυκλώνονται μέσα στη Βουλή και ξορκίζουν το κελί μ' αξιώματα και εξουσίες.
Δεν είναι πιο εγκληματίας από αυτούς που μιλούν για νόμο, όταν ο νόμος έχει σαπίσει στα χέρια τους από καιρό, όταν τον σέρνουν δεκανίκι αυτοί οι φαυλοκράτες.
Αυτή η μάχη δεν πρόκειται για καμιά εκπαιδευτική άδεια. Πρόκειται για αγώνα ενάντια στο θηρίο, από όλους μας, μια γροθιά. Ο Νίκος δεν παλεύει για μια θέση στο αμφιθέατρο της Διοίκησης Επιχειρήσεων. Παλεύει για μια Ιδέα, για ανθρώπινα δικαιώματα, για την τιμή των ιδανικών του, τη δική του, για την τιμή όλων μας.Ο Αλέξης και ο Νίκος μας δίνουν αυτό που το θηρίο ανελέητα μας στέρησε για χρόνια. Την ελπίδα να πυρώνει στην καρδιά.  Ότι κάποτε αυτή η ασχήμια θα αλλάξει, πως κάποτε ο κόσμος θα ομορφύνει.  Όταν ο θάνατος σου φαίνεται μικρός για να σε σταματήσει από το να προασπίσεις όλα όσα πιστεύεις, τότε είσαι νικητής
Ο Νίκος κι ο Αλέξης είναι από τους τυχερούς. Είναι παντοτινά ελεύθεροι...
Δεν ξεχνώ... 6/12/08

Monday, 17 November 2014

Ο Πολεμιστής


Καθόταν βαρύς και ρέμβαζε στο πιο απόμερο τραπεζάκι του καπηλειού. Απάνω στο τραπέζι κρασοπότηρα αδειανά και το τασάκι γεμάτο άφιλτρα αποτσίγαρα. Η όψη του αγριευτική από μακρυά, έτσι όπως τα πυκνά του μούσια αγκάλιαζαν το φλογισμένο πρόσωπό του. Μια φλέβα πάλευε στο μέτωπό του έτοιμη να εκραγεί. Δε τον είχα ξαναδεί ποτέ στη ζωή μου. Κι όμως ένιωθα ότι τον ήξερα. Σαν να είχαμε ξανασυναντηθεί σε κάποιον αιώνα περασμένο με άλλη όψη, αλλά η απέθαντη ψυχή μου μπορούσε τώρα και τον αναγνώριζε. Ναι, τον ήξερα θαρρώ, όπως η αρχέγονη πυρά γνωρίζει το μπαρούτι. Τα βήματά μου οδηγούσε κάποια μοιραία ειμαρμένη σε μέρος που οι θεοί με προόρισαν από γέννα να βρεθώ. Υπνωτισμένη, κινήθηκα προς το μέρος του. Καθώς τον πλησίαζα, μ' έκοψε η τραχιά του αύρα. Ήταν σκοτεινή και βίαιη, μα ταυτόχρονα η πιο αγνή που είχα δει ποτέ μου. Χιλιάδες θάλασσες, θαρρείς, σφυρηλατούσαν τη σάρκινη περιβολή μου. Στάθηκα εμπρός του περιμένοντας. Εκείνος, έριξε το βλέμμα του απάνω μου κι ύστερα έγνεψε.
Τα ασπράδια των ματιών του έσταζαν αίμα απ'το αλκοόλ. Ήταν άγνωστος μα δεν τον φοβόμουν. Τον ήξερα αυτόν τον άγνωστο. Στην ίδια αθάνατη μοιρασιά χωρίστηκαν οι πρωτότοκοι μας δρόμοι.
Ο άγνωστος, παρέμενε σιωπηλός κοιτώντας τον απέναντι τοίχο. «Καλωσήρθες», τον άκουσα να λέει, γυρίζοντας αργά προς το μέρος μου.
Πήρα την καρέκλα και κάθισα στο πλάι του. Η μυρωδιά του κρασιού ξεχείλιζε απ' τα ρουθούνια του. «Πες μου το όνομά σου», τον ρώτησα κι εκείνος χαμογέλασε λοξά:
 -Δεν έχω όνομα. Ίσως να είχα κάποτε, μα τώρα πια το λησμόνησα.
 -Δε θα ήταν το όνομα σου τότε, αυτό που γράφτηκε για σένα, είπα ανάβοντας ένα τσιγάρο.
-Ίσως. Ίσως, αυτά που έκανα κι όλα αυτά που δεν πρόλαβα να κάνω, μ' έκαναν να το ξεχάσω από ντροπή.
Ναι, ήταν ντροπιασμένος για κάποια ήττα που δεν ήξερα ακόμη. Ο άνθρωπος που καθόταν δίπλα μου ήταν βουτηγμένος στη ντροπή. Τον κοίταξα ξανά. Μέσα απ' τα μάτια του έβλεπα τον ραγισμένο καθρέφτη της ψυχής του. Ήταν γεμάτη θλίψη μαζεμένη εδώ και χρόνια, σαν μαύρο κατακάθι.
-Πες μου ποια μάχη έχασες.
-Έχασα τον πόλεμο, θαρρώ. 
-Μόνο όταν παραδίδεις τα όπλα, ο πόλεμος τελειώνει.
-Δεν ξέρω τι απομένει. Σιχάθηκα αυτόν τον κόσμο. Αυτόν τον κόσμο που δεν επέλεξα να ζω, ίδιος με βούρκο, εκεί λιμνάζω χρόνια. Κι όσες μάχες έδωσα, τις έχασα, γιατί έτσι γεννήθηκε ο κόσμος γύρω μου και δεν μπορεί να αλλάξει.
Σήκωσε τα χέρια του και έκρυψε το πρόσωπό του, αφήνοντας έναν πικρό στεναγμό. Δίστασα για μια στιγμή , αλλά στο τέλος είπα:
-Πες μου τι έγραφε ο Σκοπός σου.
Τα μάτια του σκοτείνιασαν. Κατάλαβε τι τον ρωτούσα. Δυο άγνωστοι που μίλαγαν την ίδια γλώσσα, ίσος προς ίσον.
-Τελικά δεν είχα άδικο. Σε «διάβασα» όταν στάθηκες μπροστά μου. Σε έχω ξαναδεί. 
-Ίσως σε μια άλλη ζωή.
-Σε ένα άλλο καπηλείο; γέλασε με νόημα, πάλι με το λοξό χαμόγελο.
Με ήξερε όπως τον ήξερα. Σε κάποιο ρήγμα μες στο Χρόνο, είχε τύχει να ξαναβρεθούμε.
-Τι έγραφε ο Σκοπός σου; επανέλαβα.
-Έγραφε πολλά. Στα περισσότερα απέτυχα και τώρα πια είναι αργά, απάντησε στο τέλος.
-Άρα υπάρχουν και άλλα, τα οποία τα κατάφερες.
-Ναι, αλλά όχι όλα όσα έπρεπε. Κι αυτό με ντροπιάζει. 
-Ήρθες στον κόσμο σαν οποιονδήποτε άλλον που συναντάς στο δρόμο, καθώς περπατάς τα πρωινά και τα βράδια σου. Κι όμως εκείνοι δεν νοιάζονται για το Σκοπό τους, περπατούν μες στην απαξίωση χωρίς να το γνωρίζουν. Ο Σκοπός δε σημαίνει τίποτε για αυτούς, αδιαφορούν. Εσύ αγωνίστηκες για τον Σκοπό σου, μάτωσες. Δεν τα κατάφερες όπως θα ήθελες, μα το μέτωπο σου δεν είναι λερωμένο.
-Με αηδιάζουν. Κυκλοφορούν ανίδεοι, χαμένοι στο μηδέν, δίχως αξίες, «πιστεύω» και Ιδέες.
-Μιλάς για Ιδέες.
-Ναι, γιατί έχω. Για αυτές τις Ιδέες, παλεύω επί χρόνια. Για να υπεράσπιστώ όσα αγαπώ. Για ένα καλύτερο αύριο. Για να μεγαλώσουν τα παιδιά μου, τα παιδιά των παιδιών μου. Για τον Άνθρωπο.
Ώστε ήταν Πολεμιστής. Δεν μου έκανε έντυπωση. Βαθιά μέσα μου, ίσως το ήλπιζα. Είχα γνωρίσει κι άλλους Πολεμιστές, αλλά εκείνος ήταν αλλιώτικος. Είχε σφραγίδα από άλλους τόπους Υψηλούς.
-Ποιες είναι λοιπόν, οι Ιδέες σου;
-Τι άλλο από έναν κόσμο ελεύθερο; Έναν κόσμο χωρίς σκιές. Έναν κόσμο αληθινό που στάζει Ουσία, δίχως ψέμα. Μια πατρίδα τιμημένη, κάποια κόκκαλα ανδρείων.
-Κάποιος θα έλεγε πως μιλάς για μια Ουτοπία.
-Ίσως και ναι. Μα δεν σταμάτησα ποτέ να ελπίζω σε αυτή και να υπερασπίζομαι το Ιδανικό μου.
-Τώρα τι άλλαξε, λοιπόν;
-Μάλλον κουράστηκα. Δε θα 'θελα να σταματήσω, μα βλέπω πως ο αγώνας μου δε με οδηγεί πουθενά. Ίσως για χρόνια κυνηγούσα ανόητες χίμαιρες.
Τα μάτια του πέταγαν σπίθες. Στάλες ιδρώτα κατηφόριζαν στον κρόταφό του. Πάγωσα. Αν εγκατέλειπαν κι οι Πολεμιστές ποια μοίρα περίμενε τούτο δω τον κόσμο; Ποια ελπίδα, ποιο αύριο; Είχε πολεμήσει σκληρά το έβλεπα. Σε μάχες άνισες, με αντιπάλους που βαστούσαν χαρτιά σημαδεμένα. Όχι, δεν μπορούσε να εγκαταλείψει τώρα.
-Θέλω να με ακούσεις, είπα.
-Τι έχεις να μου πεις; «Δεν ξέρεις», μου απάντησε και κάρφωσε τα μάτια του στον τοίχο.
-Όχι, δεν ξέρω, γιατί δεν είμαι Πολεμιστής. Είμαι Γραφιάς. Τις δικές μου μάχες τις έδωσα σε ένα άσπλαχνο, λευκό χαρτί. Με χιλιάδες «τυφλά» μάτια να προδίδουν όσα σκάλισε η πένα με απόσταγμα ψυχής.
Απότομα γύρισε βυθίζοντας το βλέμμα του μέσα στο δικό μου.
-Τι γράφεις;
-Γράφω για κόσμους νοερούς, για μέρη που ο άνθρωπος δεν πάτησε ποτέ, γιατί βούλιαξε από παιδί σε γλυκόπιοτους συμβιβασμούς. Γράφω τα πάθη μου και για πόθους ευσεβείς. Ζωγραφίζω με τις λέξεις την κληρονομιά μου. Όσα με σημάδεψαν, όσα με έριξαν μες στο απέραντο κενό και όσα με τράβηξαν από την άβυσσό μου. Για ένα χάδι, ένα όνειρο ίσως απατηλό. Γράφω για αυτά μου με κρατούν τα βράδια άγρυπνη και για όσα ανασαίνω όταν ξυπνάω το πρωί. Γράφω για ό,τι με προστάζει η καρδιά.
-Επικίνδυνο να ακούς αυτά που σε διατάζει η καρδιά.
-Επικίνδυνο είναι να κλείνεις τα αυτιά σε αυτά που σε διατάζει η καρδιά. Τότε βυθίζεσαι στο ψέμα, στο ανούσιο πέρασμα της ώρας, του χρόνου, των χρόνων. Όταν η ζωή σου απομακρύνεται από τους χτύπους της καρδιάς σου, τότε χάνεις τα πάντα, ακόμα και τον ίδιο σου τον εαυτό. Δες, δε διαφέρουμε και πολύ. Εσύ παλεύεις για ανώτερες Ιδέες κι εγώ για έναν κόσμο που ακούει την καρδιά του. Είναι μια Ιδέα και αυτό.
Με άκουγε ήρεμα κι όμως μπορούσα να δω τον «πυρετό» που τον έκαιγε.
-Όταν λείπει η λογική γίνεσαι έρμαιο των γεγονότων, είπε κατεβάζοντας το κεφάλι.
-Η λογική είναι ένα βοηθητικό εργαλείο. Απόλυτα υπολογιστικό. Σαν τα κομπιούτερ. Ακόμα και τα κομπιούτερ όμως, κάποτε κάνουν λάθος. Τότε έχεις το βάρος ενός λάθους που δεν μπορείς να το βαστάξεις, γιατί σε φυλακίζει σε στοιχειωμένα μέρη του μυαλού. Είναι τα «αν» που δεν ξεκλείδωσες ποτέ.
-Κάποτε άκουσα την καρδιά μου και με πρόδωσε.
- Η καρδιά κάνει περισσότερα λάθη. Ναι, αυτή είναι η αλήθεια. Όμως, μετά είσαι εσύ και τα κομμάτια σου. Τίποτε στο ενδιάμεσο. Δεν σε στοιχειώνει κανένα «αν» απωθημένων πόθων. Στέκεσαι βουβός στην εσχατιά σου κι αρχίζεις να μαζεύεις τα θρυμματισμένα σου κομμάτια για να αναγεννηθείς, κύριος πια του εαυτού σου. Μόνο όταν φτάσεις στο σημείο αυτό, στο απόλυτο μηδεν , θα μπορέσεις να ανασηκωθείς.
-Ελεύθερος;
-Ναι ελεύθερος.
Τα κατακόκκινα μάτια του βούρκωσαν. Μπροστά μου δεν είχα πια έναν άνδρα, αλλά ένα μικρό, φοβισμένο παιδί. Ένα παιδί που πάλευε να κρατήσει ακέραιη την αθωότητά του μέσα στη βία των καιρών που ήταν ταγμένος από τη γέννα του να υπηρετεί.
-Θέλω να με ακούσεις, λοιπόν, με την καρδιά. Οι λέξεις και τα νοήματα χάνονται αν δεν χαράσσονται εκεί, γι' αυτό κάνε αυτό που σου λέω. Άκου με, με την καρδιά. Γεννήθηκες με έναν Σκοπό που δεν τον έριξες στη λησμονιά για χάρη της βολής σου. Κι αυτό γιατί άκουσες την καρδιά σου. Έχεις φρονήματα κι αρχές που λείπουν από τον συρφετό. Δεν είσαι ακόμη μια μαριονέτα, γιατί είσαι απ' αυτούς που έκοψαν τα σχοινιά που τους βαστούν ομήρους στην λιγοψυχιά των ημερών μας. Πάλεψες και έπεσες, μα τώρα είναι ώρα σου να σηκωθείς. Να παλέψεις για όσα πιστεύεις, για όσα θεωρείς πως αξίζει να χύσεις και το αίμα σου. Γιατί αν σταματήσεις τώρα, δε θα ευτυχήσεις. Κι όταν πεθάνεις, κανένα χώμα δε θα σε χωρά. Θα είσαι ανελεύθερος. Ναι, θα ξαναπέσεις πολλές φορές. Ίσως αυτό είναι και το πιο σημαντικό. Να πέφτεις, για να σηκώνεσαι πιο δυνατός, πιο αποφασισμένος. Στις μάχες σου ποτέ να μην ξεχνάς να συμμαχείς με την καρδιά σου κι έτσι κάθε νίκη πιο γλυκιά και τιμημένη θα 'ναι. Δε σε ξέρω, μα νομίζω πως έχουμε ανταμωθεί ξανά. Μη με ρωτήσεις πού. Τα χρόνια ξεθώριασαν την Μνήμη, αλλά δε γελιέμαι. Μου το μαρτύρησε ο τρόπος που νιώθω την σάρκα σου να καίει, τόση ώρα που καθόμαστε αντικρυστά. Και άκου με εδώ προσεχτικά και κάθε φορά που θα σε ζώνει η αμφιβολία, κάνε τον κόπο και θυμήσου τα λόγια που σου λέω σε τούτο δω το καπηλειό. Αν κάποιος μπορεί να αλλάξει αυτόν τον Κόσμο, αυτός ο κάποιος είσαι εσύ. Αν κάποιος, μπορεί να κάνει μπορετή αυτήν την Κόλαση, αν κάποιος μπορεί να την ομορφύνει, τότε αυτός ο κάποιος κάθεται τώρα δίπλα μου και με κοιτά.
Ο άγνωστος με κοίταγε σαστισμένος. Δεν ήξερα αν με πίστευε ή αν του φαίνονταν τρελά αυτά που άκουγε. Στο τέλος, με μάτια πιο κοφτερά κι απ' το γυαλί μου ψέλλισε:
-Πώς μπορείς να μιλάς με τέτοια λόγια για έναν ξένο;
Χαμογέλασα.
- Μιλάω έτσι, γιατί έτσι με προστάζει η φλέβα της καρδιάς. Μιλάω γι' αυτά που μου φανέρωσαν τα μάτια σου στα κλεφτά. Ξέρεις, τα μάτια σου μιλάνε περισσότερο από τα λόγια σου. Είναι σπάνιο. Μου 'δειξαν τη φωτιά που σιγοκαίει μες στα στήθια σου και να τη σταματήσει τίποτα δεν μπορεί άμα αγριέψει. Είδα τη Δύναμη που σου 'πλεξαν οι Μοίρες να φοράς, ανομολόγητη για άλλο θνητό.  Σου μιλάω με τέτοια λόγια γιατί... γιατί δεν είσαι ξένος.
Εκείνη τη στιγμή σιωπή τύλιξε το τραπέζι. Η συζήτηση σταμάτησε κι έμειναν ακίνητοι.
Δυο άγνωστοι, γνωστοί από χρόνους περασμένους, κάθονταν σιωπηλοί κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον μπροστά στης αιωνιότητας το κεφαλόσκαλο.

... 2/11/14




Tuesday, 22 July 2014

Φευγιο

Μαυροντυμενη ηρθε η Αγαπημενη
τα ματια της δυο κεχριμπαρενιοι βολοι
αντανακλουσαν τις ηλιοσπαρτες αχτιδες
χρωματισμενα κοκκινα απ' των δακρυων την παλετα
υστατο χαιρε στον Αγαπημενο θε να δωσει

Με σκονισμενες θυμησες στα χερια
τα χερια τα ωχρα της
τρεμανε απ' τον προωρο χαμο
χιλια ανειπωτα σαγαπω βαστουσαν
στο μνημα το ολολευκο για να αφησουν

Μια δυο φορες τα ποδια της κοντεψαν να λυγισουν
μεγαλο ειναι το βαραθρο, ασηκωτο στις πλατες
σαν χασεις οσα σε υψωσανε
απο τον ατερμονο συρφετο
ουσιας νοημα στου βιου τα κλωναρια

Τα χρυσα τα γραμματα κοιταζει "ετών 28",
κι ενα πικρο ρυακι απ τα ματια της γλιστρα
ωδη στο αδικο φευγιο της νιοτης
 "Αντιο Αγαπημενε" ψελλισε
με τη βραχνη φωνη της και σταθηκε ασαλευτη με δακρυα το χωμα να ποτιζει


Friday, 18 July 2014

 
τα βλεφαρα της ερμητικα τα εκλεισε
αφουγκραζοντας τη ραγισμενη σιωπη
πλαι σ' εκεινον που εσπειρε ο Πολιευς μισο θεο μισο θνητο
μια παγωμενη Κυριακη χιλιαδες χρονους πριν

αντικρυστα, μπλεγμενα χερια και βαριες ανασες
μια να του κλεψει προσπαθουσε
για να την πλεξει με αγιοκλημα και σταυρο χρυσο
σαν φυλαχτο να το φορα τις νυχτες που πονα

αγκαλιασμενοι στα λευκα σεντονια
ηρωες θυμιζαν απο ονειρο σαιξπηρικο
που την αγαπη τους κουραστηκαν να φυγαδευουν-και αλλο δεν αντέξαν-
εγειραν απανω στου φουρτουνιασμενου τους ονειρου την ποδια να ξαποστασουν

εκεινο που ποτε τους δεν τους προδωσε
με μελωδιες ορφικες τους εντυσε
μια νυχτα του Ιουλη με πανσεληνο
υπο το φως του φεγγαριου ευλαβικα οταν λιτανευαν την Αφροδιτη

ηταν αλλιως το ενιωσαν απανω στης καρδιας τους χτυπους
βαπτιστηκαν στου Ερωτα τον ποταμο
σαν αυριο να μην υπηρχε σ' ενα δωματιο σκοτεινο
δυο αχωριστες σκιες που λαμπανε μες στο γλυκο ημιφως

φυλακες αγγελοι πιο περα στεκονταν και στα κλεφτα ψιθυριζαν ψαλμους
"....κι ενωθηκαν εις σαρκαν μιαν"
κι αληθινα τα λογια βγηκαν
ενα γινηκανε στο τελος, ενα κι οι ψυχες

ομως ακομη μια φορα το ονειρο τελειωσε την αυγη
ευτυχια φυλακισμενη σε κλεψυδρα
καθε κοκκος ακανθινο στεφανι στις καρδιες τους καρφωμενο
αβασταγες οι μαχαιριες ο πονος δε μετριεται 

κι ηρθε νυχτα οπου καποτε δακρύσαν κι οι θεοι
οταν την ακουσαν να κλαιει-κυκνος πριν πεθανει-
βουβα "γιατι" και παρακλησεις
ικετευε μια καταιγιδα λησμονιας να βρεξει να ξεχασει ο,τι κι αν εγινε να θαψει

κι ετσι οι θεοι το θελησαν τον πονο της να μαλακωσουν
γιατι αγαπη τετοια δεν γνωρισε ξανα αυτος εδω ο κοσμος
σαν ροδο τους πολυτιμο περηφανοι που θαυμαζαν
και διπλα τους το πηραν μην τους μαραθει

γιατι οι ανθρωποι στα δυο ειναι σπασμενοι
κι αμα το αλλο το μισο το βρουνε και το χασουν
στα δαχτυλα μετριουνται οι στερνες πνοες τους
απ' το μαραζι ξεψυχουν δεν εχουν λογο πια να ζουν

μα μη φοβαστε- οι δυο μας ηρωες γινηκαν απ'των θεων το χερι
δυο λαμπρα πετρωματα στον ουρανο αστερια, ποτε η αγαπη τους μη σβησει
να λαμπουν ως τα υστερα του κοσμου μαζι αγαπημενοι
και περα απο εκει για παντα στους αιωνες.

-Σ'αγαπώ ως εκεί που τα μάτια μου αγγίζουν, ως εκεί που η ψυχή μου τρέμει, μα πιο πολύ σε αγαπώ ως τον παλμό τον τελευταίο της καρδιάς μου.-




Saturday, 12 July 2014

Μυρισε ερωτας

ο ερωτας τους χτυπησε την πορτα
λιγο πριν το χαραμα
κατω απο σεντονια ποτισμενα
με ιδρωτα αγιο μυρο της Γραφης
βαπτιστηκαν στο ονομα του πανσοφου Ερωτα

ανασες μπερδεμενες το χωρο νοτιζαν ευλαβικα
αγνοτητες λαβωνοντας με μυστικους ψιθυρους
λογια, λυτρωμου συγχωροχαρτια σε κολασμους και παθη
της νυχτας ποθοι σκοτεινοι γλαφυρα συλλαβιζαν
με πραξεις τη λαγνεια

ποσο σε ηθελα και σε νιωσα
ποσο με αγγιξες και χαθηκα;
ονειρα βαμμενα βαθυ αλικο φιλι
τελετη στον κατεργαρη Βακχο
με σταφυλι και κρασι οπως σε κεινον μοναχα αρμοζει

στης εκστασης τη μεθυσμενη ζαλη
εκει παραδοθηκαν, τυφλα κι υπνωτισμενα
σε επιταγων αμαρτωλων θυσια τα κορμια τους εταξαν
διχως καποιο ανταλλαγμα να τους προσμενει
ευγνωμονες μοναχα που ετυχε ν' αγαπηθουν σε τουτο τον παραξενο κοσμο

σταθηκαν αγκαλιασμενοι εκει που χρονος δεν πατα
στου μηδενος το απειρο μπροστα
ενωθηκαν παντοτινα κι αιωνια
κλεισαν τα ματια κι υστερα τα χειλη τους τα κουρασμενα
ενωθηκαν σε μια σχισμη.















Tuesday, 8 July 2014

Του αβεβαιου οι μαχαιριες

Του αβεβαιου βαθιες οι μαχαιριες
σε μαυρη αβυσσο με πεταξαν που πια λησμονησα και τ'ονομα μου
απο που ξεκινησα, για ποιο σκοπο
πλανιεμαι στο σκοταδι τυφλωμενος ιχνηλατης
χερια ποδια ματωμενα απ' αγκαθια και κισσους

ευτυχισμενα χρονια δεν βαστω
μηπως υπηρξαν και μου τα κλεψε η ληθη;
ή μηπως σταθηκε ο Χρονος δικαστης και τιμωρος και μου τα στερησε
για ξεχασμενες αμαρτιες που διεπραξε η απεθαντη ψυχη μου;

συγχωρα με που κλαιω
δεν αντεχω αλλο τα νυχια στις γροθιες μου να καρφωνω
ασε με να κλαψω, σε παρακαλω
μεχρι τα δακρυα να στερεψουν απ' τα βαθη της υπαρξης μου
μεχρι τα ματια μου γυαλινοι καθρεφτες να γενουν

ακουνητοι κι ασαλευτοι
το ειδωλο σου να λατρευουν.
συγχωρα με και παλι,
μη με κοιτας που κλαιω να χαρεις,
κρατα με οπως τοτε να γελω με καποιο ανοητο αστειο

καλυτερα να με ξεχασεις ομως θαρρω
ισως ετσι ξεγελασεις τους θεους κι ο Χρονος υπακουσει
και μας γυρισει πισω
εκει στην αδιαφορη αρχη, στην νηνεμια της αγνοιας
οταν τα ματια σου δεν σημαιναν για μενα τιποτα

μα τωρα που σημαινουν ζωη και θανατο μαζι
τα πως και τα γιατι ενα ερωτημα περισσιο
τωρα η τελευταια ανασα απο το ξεσκισμενο μου κορμι χορο μπροστα σου στηνει
τωρα η καρδια μου ξεχασε να χτυπα για τον δικο της εαυτο
κι εμαθε μοναχα για σενα να χτυπα

μη μ' ακους σε παρακαλω
τα αυτια σου κλεισε να χαρεις,
συνηθισα στο ερεβος να ζω την μαυρη καταχνια σαν συντροφια να εχω
συνηθισα να ζω σαν τη σκια
μια σκια διχως ψυχη που περπατα τον κοσμο διχως ν' αγαπα και ν' αγαπιεται

το φως της λυτρωσης αργει
χιλιαδες μιλια μακρυα του σε τουτη δω τη φυλακη
παγιδευμενη διχως πνοη κι αγερα
μα προπαντος χωρις εσενα
χιλιες φορες καλυτερα ο θανατος λογιζεται

εκει, στην αλλη τη ζωη ισως σε βρω
εκει να σ΄αγκαλιασω ισως μπορεσω
και καπου κατω απο του παραδεισου τα αγριοκυπαρισσα
τα ματια σου τα αγαπημενα
ισως ξανανταμωσω.

Friday, 27 June 2014

Φταιει ενα βραδυ του Φλεβαρη που θυμαται,
δυο ματια αυπνα αντικρυ καθιστα
μουσκεμα απ' τα δακρυα ψυχες γυμνες
και δυο χειλη που τρεμοπαιζαν κρυμμενα μυστικα.

Και δεν καταλαβαν πως η νυχτα ανταμωσε τον ηλιο
Ωρες ατελειωτες που περασαν στη γαληνια σιωπη
κι αυτη κι αυτος εκει
καρφωμενοι σε κατι στοιχειωμενα σαγαπω

ταχα αγαπηθηκαν θαρρουσαν
απο κεινες τις αγαπες που φιλησε στη γεννα ο θανατος
μ' ορκους και λυγμους το ρεκβιεμ τραγουδουσαν
σ'εναν παναρχαιο θεο με τους αγγελους του ταματα και προσευχες

τωρα οι νυχτες δεν ξημερωνουν κι ο ηλιος λησμονησε να φεξει
κι εκεινη αγκαλια με τ' αστρα τα θλιμμενα
ευχη πετα στον μπλαβο ουρανο
για ενα φιλι και μια αγαπη δανεικη



Wednesday, 11 June 2014

Έρχεται το Dreamland

Ένα άκρως μουσικό καλοκαίρι θα είναι το φετινό με πολλά φεστιβάλ και μουσικά event για τους απανταχού μουσικόφιλους στην Ελλάδα. Για τους πολύ απαιτητικούς, ωστόσο, το άγιο δισκοπότηρο των καλοκαιρινών μουσικοδιοργανώσεων θα αποτελέσει το φρέσκο για τα ελληνικά δεδομένα Dreamland. Το Dreamland έρχεται τον Ιούλιο στην Ελλάδα να μας κουνήσει στους ξεφαντωτικούς του ρυθμούς σε μια άνευ προηγουμένου εκδήλωση. Το καλοκαίρι λοιπόν του 2014 θα ξεπροβάλλει το πρώτο μεγάλων προδιαγραφών μουσικό φεστιβάλ που έχει διεξαχθεί μέχρι στιγμής στα πάτρια εδάφη και βασίζεται στα πρότυπα άλλων μεγάλων διοργανώσεων σε πανευρωπαϊκό επίπεδο όπως τα Tomorrowland, Mysteryland. (Το Tomorrowland λαμβάνει χώρα στο Βέλγιο, στην πόλη Μπουμ από το 2005, φιλοξενώντας κάθε χρόνο μεγάλα ονόματα της ηλεκτρονικής σκηνής, ενώ το Mysteryland διοργανώνεται στηνν Ολλανδία από το 1993.)
http://fests.eu/upload/news/tomorrowland2010-4.jpg
Tomorrowland, Βέλγιο

Το ελληνικό Dreamland θα διαρκέσει ένα μονάδικό τριήμερο από τις 25-27 Ιουλίου και φιλοδοξεί να μας μεταφέρει σε ένα μαγευτικό ταξίδι στο χρόνο σε μια “ονειροχώρα” ατέλειωτου χορού και μουσικής όπως υπόσχεται και το όνομά του. Τα ηνία του ταξιδιού έχουν αναλάβει πάνω από 30 κορυφαίοι Έλληνες DJS της dance κι ηλεκτρονικής σκηνής. Ανάμεσα τους θα παρευρεθούν οι Ανδριανός Παπαδέας, Κρίστιαν Κάμβας, Τζώνυ Γεροντάκης, Playmen, Mossel, G Pal, Pete Cave, Vanphil και πολλοί άλλοι. Τα κριτήρια με βάση τα οποία έγινε η επιλογή τους αφορούν τα βιογραφικά τους και την πορεία τους το τρέχον έτος σε Ελλάδα και εξωτερικό.( παραγωγές, συνεργασίες, δισκογραφικές δουλειές.) 
Παρακάτω θα πάρετε μια γεύση από τους καλλιτέχνες που θα παρευρεθούν.

 Playmen-Balloons


Mossel- In your heart

Προχωρώντας στην δομή του event έχει ανακοινωθεί πως τους DJS και παραγωγούς θα πλαισιώνουν διάφορα καλλιτεχνικά show με χορευτές και διάφορα άλλα ιδιαίτερα δρώμενα με την βοήθεια ηθοποιών, κλόουν, και ξυλοπόδαρων. Όσον αφορά τα μουσικά stage, αυτά θα είναι τέσσερα. Το κεντρικό που θα χαρίζει ευχάριστες μουσικές στιγμές κατά τις βραδινές ώρες, δυο που θα καλύπτουν την πρωινή ψυχαγωγία και ένα δίπλα στους χώρους εστίασης που θα έχει χαρακτήρα ανάπαυσης για όσους επιθυμούν να απολαύσουν τη μεσημεριανή τους σιέστα. Όλα αυτά σε συνδυασμό με την μεγάλη προσέλευση μουσικόφιλων που αναμένεται, προδιαγράφουν τη διεξαγωγή του μεγαλύτερου Dance Festival που έγινε ποτέ στον ελλαδικό χώρο.
Αναφορικά με το χώρο που θα πραγματοποιηθεί το φεστιβάλ οι συντεταγμένες μας οδηγούν λίγο
έξω από την Αρχαία Ολυμπία δίπλα στις όχθες του ποταμού Αλφειού, κοντά σε ένα πανέμορφο δάσος που παλαιότερα διεξαγόταν και το Alfios Eco Festival με σκοπό την προστασία και την ανάπτυξη της λεκάνης του ποταμού Αλφειού.
Προς αποφυγήν οποιασδήποτε καταπάτησης και καταστροφής του φυσικού περιβάλλοντος οι υπεύθυνοι δήλωσαν πως πρόκειται να πάρουν τα κατάλληλα μέτρα για να προστατευθούν στο έπακρο οι φυσικές ιδιομορφίες της περιοχής κι οι όποιες εικαστικές παρεμβάσεις θα ολοκληρωθούν πάντα με σεβασμό στη φύση. Στις εγκαταστάσεις, έχει οργανωθεί χώρος κατασκήνωσης για τους φιλόδοξους μποέμ και φυσιοδίφες που θα παρακολουθήσουν περισσότερες από μία ημέρες, αλλά και παροχή όλων των απαραίτητων υποδομών, όπως φαρμακεία, ντους, τουαλέτες, νερό, ηλεκτρικό, εστιατόρια και καφετέριες. Οι τιμές των εισιτηρίων ξεκινούν από τα 15 ευρώ για τη μία μερα, συνεχίζουν στα 40 ευρώ για ολόκληρο το τριήμερο ενώ για τις τρεις ημέρες σε συνδυασμό με διαμονή σε καμπινγκ αγγίζουν τα 50 ευρώ. Τέλος, οι υπεύθυνοι προνόησαν και για τους πιο τολμηρούς και λάτρεις των φυσικών δραστηριοτήτων με χώρους rafting, canoeing, mountain biking ακόμα και λούνα παρκ.

Κάντε κλικ παρακάτω για να βρεθείτε στην ιστοσελίδα του φεστιβάλ.
Η ιστοσελίδα του φεστιβάλ

Tuesday, 15 April 2014

Μια κραυγη με πνιγει που ξεχασα να βγαλω
τα χειλη σου τα ματωμενα που αφησα να κλεισουν
παντοτινη αγαπη μου σε λογιζα θαρρω
με τα ωραια σου φουστανια, τα κοκκινα, τα τιρκουαζ

καθοσουν παστρικα στου κρεβατιου την ακρη
τα δυο σου χερια τα χλωμα να αργοπλεκεις κοιταζα
καθως χαμογελο γλυκο ξεπροβαλε απ'το μισανοιχτο
το στομα σου κρυφα μην και προλαβω να το δω

στα δυο σου ματια τα μπλαβια ωρες ατελειωτες πνιγομουν
στερια στο σωμα σου το ιερο οπως επαλευα να πιασω
και δυο φορες σαν να ξεχνιοταν η καρδια μου να χτυπησει
οπως χανομουν μες του φιλιου σου τη σιωπη

απανω στα χειλη μου ο αλμυρενιος σου ιδρωτας ξεραθηκε πια
μαζι κι αυτος με κατι ξεχασμενα ονειρα τ' αυγουστου
που καπου καποτε ονειρευτηκα για σενα και για μενα
πως ταχα δηθεν τα ματια μου στο πλαι σου θα εκλεινα αιωνια

Friday, 4 April 2014

Της φωτιας

Στου οριζοντα το ξεπλεγμα
εκει που ξεδιαλυνονται οι καπνοι και πεφτουν οι γοπες
το τασακι το γεματο απο αρρωστια
εκει σε βλεπω ορθιο και παιρνω θαρρος κι εγω
να σταθω διπλα σου δυνατα να ακουστω

κοιτα με πως δεν σκιαζομαι τη βουη τ' ανεμου
και πως να καω ακομα θα μ'αρεσει
λες κι η σαρκα μου θα γιορταζε μια θυσια
στην υγεια σου, για σενα εναν τελευταιο φορο τιμης
εκει που επεσες εσυ σηκωθηκα εγω

στα γονατα εμαθα να μη ζω
κι οποτε πεφτω να ορθωνομαι
κι ας ειναι αργα, μα ποτε δεν ειναι αργα σου λεω
μια μερα πριν το θανατο ακομα και τοτε νωρις λογιζεται
ακου με μαζι σε αυτο, μαζι σε ολα

σφιξε το χερι μου και προχωρα τωρα δε με σταματας
βαρεθηκα το νοημα να ψαχνω, θα το φτιαξω μοναχη μου
πολεμος και αιμα, δε τη θελω τη γαληνη
χορτασα ψεμα κι ηρεμια τωρα θελω να ζησω, μ' ακους;
τωρα ηρθε η σειρα μου ν' αγγιξω τον πυρινο ηλιο

το στομα μου σιχαθηκα να κλεινω
βρισιες να καταπινω για ενα ανουσιο χαιρετισμα
σταχτη να γινει ολος ο κοσμος σημερα
θελω να πατησω στα αποκαϊδια να αγκαλιασω το χαος
εκει ειναι το σπιτι μου θαρρω

τοσα χρονια περασαν βαφτισμενα στο τιποτα
κοντρα σε ολα ειναι το κατι
εκει θα βρω πηγη να πιω εκει θα ξαποστασω
στο κεντρο της γης αντιλαλουν τα βλεμματα μας
βγαζουν φωνη και σπανε πετρινα δεσμα

δυο γροθιες τα τσακισμενα μου χερια
κουνιουνται στον αερα
νιωθω το λιοπυρι να με λουζει
καθως το σπιρτο κρατω στο χερι
μια σπιθα μενει και σου λεω αντιο

φωτια να γινουν ολα, ο τοπος να καει συθεμελα
να ξεχειλισουν οι φλογες απ' της ψυχης τις πονεμενες ρωγμες
τετοιο τελος θελω να εχω αργο γεματο πονο στο ξαναπα
κραυγες να ακουω και δυνατα γελια να μου τρυπανε τα αυτια
την υπαρξη μου να νιωθω να ξεθωριαζει σιγα-σιγα
κι ετσι καπως να κλεισω τα ματια ελευθερη πανω στο χωμα
-ελευθεροι οπως γεννηθηκαμε ετσι να ξαναγεννηθουμε-



Thursday, 3 April 2014

Στου τωρα το μηδεν

Οι λεπτοδεικτες μοιαζουν να κινουνται πιο αργα απ' ό,τι συνηθως
σχεδον κοκκαλωμενοι στο μηδεν
αραγε θα περασει αυτη η νυχτα;
αραγε ο ηλιος θ' ανατειλλει;

ποσες μερες περασαν, ενα ξεθωριασμενο φιλμ
μπροστα στα ματια μου;
ποσοι ανθρωποι μου μιλησαν χωρις να τους ακουσω;
ποσα μασκαρεμενα γελια φορεσα για να ξεφυγω;

κι οι μερες περασαν μα δεν θυμαμαι πως
το ρολοι μαλλον χαλασμενο
και μορφη γελαει ειρωνικα
κι εγω καταλαβαινω

καλυτερα οι μερες μην περασουν
εδω να μεινουν οι στιγμες φυλαγμενες
γιατι αν φυγουν δε μενει κατι πια
ετσι μου λεει η μορφη
κι ετσι γελαει

Tuesday, 14 January 2014

12 χρόνια σκλάβος

12 χρόνια αγωνίας, κακουχιών κι εξαθλίωσης είναι το τίμημα της διαφορετικότητας για έναν αφροαμερικανό, όταν αυτός δόλια αιχμαλωτίζεται και πωλείται ως σκλάβος. Βρισκόμαστε στα 1841, στην Αμερική των φυλετικών διακρίσεων, των σκλαβοπάζαρων, εκεί που το χρώμα του δέρματος κρίνει αν είσαι αφέντης ή δούλος. Ο κεντρικός πρωταγωνιστής, Σόλομων Νόρθαπ (Τσιουέτελ Ετζίοφορ), ένας ελεύθερος μαύρος ζει με τη γυναίκα του και τα παιδιά του μια φιλήσυχη ζωή στη Σαρατόγκα της Νέας Υόρκης. Όντας προικισμένος βιολονίστας, συναντά δυο καλλιτέχνες που του προτείνουν δουλειά στην Ουάσινγκτον, για να αποδειχθεί στην πορεία πως πρόκειται για παγίδα. Εκεί, αιχμαλωτίζεται και μεταφέρεται στην Νέα Ορλέανη μακριά από την οικογένειά του, όπου η κάθε μέρα του μετατρέπεται σε παιχνίδι επιβίωσης. Ο Νόρθαπ κάτω από αντίξοοες συνθήκες μαθαίνει πως ο μόνος τρόπος για να παραμείνει ζωντανός είναι η υποταγή.
Ανάμεσα στο προσεγμένο καστ, τα σκήπτρα κρατά αναμφίβολα ο πρωταγωνιστής. Λαμπρό δείγμα υποδειγματικής ερμηνείας, ο Ετζίοφορ καταφέρνει να αποτυπώσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο συναισθήματα όπως η απόγνωση και ο φόβος, αντανακλώντας στο πρόσωπό του ολόκληρες γενεές ανθρώπων που έζησαν υπό καθεστώς δουλείας. Στον αντίρροπο ρόλο του σκληρού κτηματία Επς, ο Μάικλ Φασμπέντερ εντυπωσιάζει με τη γνησιότητα που αποδίδει στο χαρακτήρα του βάναυσου αφέντη, ενώ ευχάριστη και η μικρή διαρκείας εμφάνιση του Μπραντ Πιτ -περιχαρούς παραγωγού- λειτουργώντας ως από μηχανής θεός για την τύχη του Νόρθαπ.
Δυνατοί διάλογοι, σκηνές που προκαλούν ρίγη συγκίνησης σκιαγραφούν το σκληρό πρόσωπου του φυλετικού ρατσισμού ξυπνώντας εφιαλτικές μνήμες. Η βαριά ατμόσφαιρα αμβλύνεται με τις γρήγορες εναλλαγές, ενώ η άψογη φωτογραφία εξασφαλίζει μοναδικά κινηματογραφικά καρέ. Βασισμένο σε πραγματική ιστορία, το 12 χρόνια σκλάβος έρχεται να υπενθυμίσει καταστάσεις και να αφυπνίσει κοιμισμένες συνειδήσεις, όταν εν έτει 2014 ο ρατσισμός εξακολουθεί να βασανίζει ανθρώπινες ψυχές.

Friday, 10 January 2014

Το Κουρδιστό Πορτοκάλι στο θέατρο Αποθήκη

Στο ρόλο του Αλεξάντερ Ντελάρτζ, του εκκεντρικού αντιήρωα του Άντονι Μπέρτζες απολαύσαμε χθες βράδυ τον Άρη Σερβετάλη στο θέατρο Αποθήκη. Το προκλητικό ομολογουμένως έργο του Μπέρτζες εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1962, ενώ μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη το 1971 από τον Στάνλει Κιούμπρικ με πρωταγωνιστή τον Μάλκολμ Μακντάουελ, σοκάροντας την κοινή γνώμη.
Σαφώς παραλλαγμένο από την κινηματογραφική του κόπια, το Κουρδιστό Πορτοκάλι του Γιάννη Κακλέα μας εισηγαγε σε ένα σκοτεινό, δυστοπικό κόσμο όπου το μοτίβο των ναρκωτικών και της νεανικής βίας κυριαρχεί ταρακουνώντας τα θεμέλια της κοινωνίας. Ο πρωταγωνιστής αφηγείται την προσωπική του ιστορία, όπου με τη συμμορία του βυθισμένοι στις ουσίες, περιμένουν τη νύχτα για να ενδώσουν στα αρρωστημένα τους ένστικτα, διασκεδάζοντας σκορπώντας βία σε κρεσέντα παραληρήματος. Βιασμοί, ληστείες και τραμπουκισμοί είναι η καθημερινότητά τους. Μετά από μια νυχτερινή εξόρμηση που καταλήγει σε δολοφονία ο Άλεξ συλλαμβάνεται και φυλακίζεται για να γίνει στη συνέχεια οικειοθελώς πειραματόζωο της Κυβέρνησης. Συναινεί να συμμετάσχει σε ένα πρωτοποριακό πρόγραμμα υπό δοκιμή του κράτους με σκοπό την εξάλειψη της βίας χωρίς να προβλέπει τις συνέπειες της απόφασής του. Η απαξίωση της ελεύθερης βούλησης και το σαθρό "σύστημα" κατακρίνονται κατ'εξοχήν μες στο έργο. Η βία των δρόμων συναντά την κρατική βία του σωφρονισμού που θυσιάζει τα πάντα στο βωμό της πάταξης της βίας, εκμηδενίζοντας την ανθρώπινη υπόσταση σύμφωνα με το πατροπαράδοτο «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Ο ίδιος ο Μπέρτζες σημειώνει:
«Αν κάποιος κάνει μόνο το καλό ή μόνο το κακό, είναι σαν ένα κουρδιστό πορτοκάλι – μοιάζει με ζωντανό οργανισμό, αλλά στην πραγματικότητα είναι ένα κουρδιστό παιχνίδι στα χέρια του θεού, του διαβόλου ή εκείνου που έχει πια υποκαταστήσει και τους δύο – του κράτους». Το ατομικό βούλεσθαι παρακολουθούμε να γίνεται παιχνίδι στα χέρια του κράτους, να τιθασεύεται με πλύσεις εγκεφάλου και να χειραγωγείται αναλόγως των συγκυριών.
Η γκροτέσκα ατμόσφαιρα, η υποβλητική μουσική -κατάλοιπο του Κιούμπρικ- και το σκοτεινό ύφος «αγκαλιάζουν» περίφημα το ρεσιτάλ ερμηνείας του Άρη Σερβετάλη. Αν και το υπόλοιπο καστ (Αϊδίνη, Αλμπάνης, Λουκιανός, Μαλάκης, Ρουμελιώτη, Σκώτης, Φιορέττος), κυμαίνεται σε χαλαρούς ρυθμούς, εκτελώντας διεκπεραιωτικά θα λεγαμε το ρόλο του -πέραν λίγων εξαιρέσεων Αλμπάνη/Ρουμελιώτη σε δυναμικές αναλαμπές-, εκείνος αποδεικνύεται καθηλωτικός, ενώ η περιρρέουσα χλιαρότητα λειτουργεί αντιστρόφως ανάλογα πυροδοτώντας τον ερμηνευτικό του οίστρο. Κατορθώνει άψογα να αποτυπώσει τον παρανοϊκό χαρακτήρα του Άλεξ με κωμικοτραγικές πινελιές ενώ οι όποιοι καρικατουρίστικοι πλατειασμοί χάνονται στο σύνολο της προσπάθειας. Οι χαρακτηριστικοί πυρετικοί παροξυσμοί του, άλλοτε ως θύτης κι άλλοτε ως θύμα, συντελλούν στην κορύφωση του έργου.
Όλα αυτά συνθέτουν μία από τις πιο δυναμικές θεατρικές προτάσεις της χρονιάς καθιστώντας της μια παράσταση που δεν πρέπει να χάσει κανείς.

Saturday, 4 January 2014

Μινόρε

Ξενα σωματα αντικρυ στη φωτια
παγωμενα σε μια ατερμονη στιγμη
να οσμιζονται μανιωδως τα χνωτα τους
αναγνωριζοντας τους ιδιους φοβους και λατρειες
εξαργυρωμενες παντοτε σε πλανες
καλπικα αισθηματα
που ο χρονος λες και τα σκουριασε
με υγρα χαστουκια
ποτισμενα με πρωινους ιδρωτες
και δακρυβρεχτες αφηγησεις στο φιλοθεαμον κοινο

Και δε σταματησαν εκει.
Ο καιρος εφερε αλλη μια πλανη να προσθεθει
στο αθροισμα.
Οι ευσεβεις ποθοι συνηθισαν τοσο
την ορμεμφυτη μεροληψια τους
την επιμελως αφελη εθελοτυφλια
που κουραστηκαν πια και βαλθηκαν να ξυπνησουν τη συνειδηση.
Μα ταχα γινεται η λογικη να δραπετευσει απ'το ενστικτο;

Πιθανως.
Παντα υπαρχει μια λησμονησμενη εξαιρεση στον κανονα.
Στον κανονα που ξεχασαν να πουν πως γεννιεται
μεσα στα σπλαχνα της εξαιρεσης
ζηλευοντας με λαιμαργια την αυθυπαρξια της.
Επειδη η εξαιρεση δε χρειαζεται τον κανονα για να υπαρξει.
Γεννιεται απο μονη της και πεθαινει παλι μονη

Τα σωματα συνεχιζουν να αφουγκραζονται
τις πνιχτες τους αυρες γυρω απ τη φωτια.
Η σιωπη ειναι εκκωφαντικη για τα γυμνα τους αυτια
ενω τσακισμενα τους χερια μενουν ακινητα στο θλιβερο θεαμα.
Λιγο εμεινε πριν κατασπαραχθουν σαν αγρια θηρια.
Προσπαθωντας να σωσουν οτιδηποτε προλαβαινει να σωθει
μα για τιποτε δεν υπαρχει χρονος
Μονο το αιμα απο τις πληγες και αυτες να χασκουν σαν
λευκοι αβυσσοι στο σκοτεινο αδιεξοδο
Πριν το τελος ο πονος μια γαληνη ανειπωτη θαρρω.
Γιατι ρωτας.
Γιατι μονο ετσι ξερεις στο τελος της ημερας πως άξιζε που εζησες.