"Και μες στην τέχνη πάλι, ξεκουράζομαι απ' την δούλεψή της."

Tuesday, 14 January 2014

12 χρόνια σκλάβος

12 χρόνια αγωνίας, κακουχιών κι εξαθλίωσης είναι το τίμημα της διαφορετικότητας για έναν αφροαμερικανό, όταν αυτός δόλια αιχμαλωτίζεται και πωλείται ως σκλάβος. Βρισκόμαστε στα 1841, στην Αμερική των φυλετικών διακρίσεων, των σκλαβοπάζαρων, εκεί που το χρώμα του δέρματος κρίνει αν είσαι αφέντης ή δούλος. Ο κεντρικός πρωταγωνιστής, Σόλομων Νόρθαπ (Τσιουέτελ Ετζίοφορ), ένας ελεύθερος μαύρος ζει με τη γυναίκα του και τα παιδιά του μια φιλήσυχη ζωή στη Σαρατόγκα της Νέας Υόρκης. Όντας προικισμένος βιολονίστας, συναντά δυο καλλιτέχνες που του προτείνουν δουλειά στην Ουάσινγκτον, για να αποδειχθεί στην πορεία πως πρόκειται για παγίδα. Εκεί, αιχμαλωτίζεται και μεταφέρεται στην Νέα Ορλέανη μακριά από την οικογένειά του, όπου η κάθε μέρα του μετατρέπεται σε παιχνίδι επιβίωσης. Ο Νόρθαπ κάτω από αντίξοοες συνθήκες μαθαίνει πως ο μόνος τρόπος για να παραμείνει ζωντανός είναι η υποταγή.
Ανάμεσα στο προσεγμένο καστ, τα σκήπτρα κρατά αναμφίβολα ο πρωταγωνιστής. Λαμπρό δείγμα υποδειγματικής ερμηνείας, ο Ετζίοφορ καταφέρνει να αποτυπώσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο συναισθήματα όπως η απόγνωση και ο φόβος, αντανακλώντας στο πρόσωπό του ολόκληρες γενεές ανθρώπων που έζησαν υπό καθεστώς δουλείας. Στον αντίρροπο ρόλο του σκληρού κτηματία Επς, ο Μάικλ Φασμπέντερ εντυπωσιάζει με τη γνησιότητα που αποδίδει στο χαρακτήρα του βάναυσου αφέντη, ενώ ευχάριστη και η μικρή διαρκείας εμφάνιση του Μπραντ Πιτ -περιχαρούς παραγωγού- λειτουργώντας ως από μηχανής θεός για την τύχη του Νόρθαπ.
Δυνατοί διάλογοι, σκηνές που προκαλούν ρίγη συγκίνησης σκιαγραφούν το σκληρό πρόσωπου του φυλετικού ρατσισμού ξυπνώντας εφιαλτικές μνήμες. Η βαριά ατμόσφαιρα αμβλύνεται με τις γρήγορες εναλλαγές, ενώ η άψογη φωτογραφία εξασφαλίζει μοναδικά κινηματογραφικά καρέ. Βασισμένο σε πραγματική ιστορία, το 12 χρόνια σκλάβος έρχεται να υπενθυμίσει καταστάσεις και να αφυπνίσει κοιμισμένες συνειδήσεις, όταν εν έτει 2014 ο ρατσισμός εξακολουθεί να βασανίζει ανθρώπινες ψυχές.

Friday, 10 January 2014

Το Κουρδιστό Πορτοκάλι στο θέατρο Αποθήκη

Στο ρόλο του Αλεξάντερ Ντελάρτζ, του εκκεντρικού αντιήρωα του Άντονι Μπέρτζες απολαύσαμε χθες βράδυ τον Άρη Σερβετάλη στο θέατρο Αποθήκη. Το προκλητικό ομολογουμένως έργο του Μπέρτζες εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1962, ενώ μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη το 1971 από τον Στάνλει Κιούμπρικ με πρωταγωνιστή τον Μάλκολμ Μακντάουελ, σοκάροντας την κοινή γνώμη.
Σαφώς παραλλαγμένο από την κινηματογραφική του κόπια, το Κουρδιστό Πορτοκάλι του Γιάννη Κακλέα μας εισηγαγε σε ένα σκοτεινό, δυστοπικό κόσμο όπου το μοτίβο των ναρκωτικών και της νεανικής βίας κυριαρχεί ταρακουνώντας τα θεμέλια της κοινωνίας. Ο πρωταγωνιστής αφηγείται την προσωπική του ιστορία, όπου με τη συμμορία του βυθισμένοι στις ουσίες, περιμένουν τη νύχτα για να ενδώσουν στα αρρωστημένα τους ένστικτα, διασκεδάζοντας σκορπώντας βία σε κρεσέντα παραληρήματος. Βιασμοί, ληστείες και τραμπουκισμοί είναι η καθημερινότητά τους. Μετά από μια νυχτερινή εξόρμηση που καταλήγει σε δολοφονία ο Άλεξ συλλαμβάνεται και φυλακίζεται για να γίνει στη συνέχεια οικειοθελώς πειραματόζωο της Κυβέρνησης. Συναινεί να συμμετάσχει σε ένα πρωτοποριακό πρόγραμμα υπό δοκιμή του κράτους με σκοπό την εξάλειψη της βίας χωρίς να προβλέπει τις συνέπειες της απόφασής του. Η απαξίωση της ελεύθερης βούλησης και το σαθρό "σύστημα" κατακρίνονται κατ'εξοχήν μες στο έργο. Η βία των δρόμων συναντά την κρατική βία του σωφρονισμού που θυσιάζει τα πάντα στο βωμό της πάταξης της βίας, εκμηδενίζοντας την ανθρώπινη υπόσταση σύμφωνα με το πατροπαράδοτο «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Ο ίδιος ο Μπέρτζες σημειώνει:
«Αν κάποιος κάνει μόνο το καλό ή μόνο το κακό, είναι σαν ένα κουρδιστό πορτοκάλι – μοιάζει με ζωντανό οργανισμό, αλλά στην πραγματικότητα είναι ένα κουρδιστό παιχνίδι στα χέρια του θεού, του διαβόλου ή εκείνου που έχει πια υποκαταστήσει και τους δύο – του κράτους». Το ατομικό βούλεσθαι παρακολουθούμε να γίνεται παιχνίδι στα χέρια του κράτους, να τιθασεύεται με πλύσεις εγκεφάλου και να χειραγωγείται αναλόγως των συγκυριών.
Η γκροτέσκα ατμόσφαιρα, η υποβλητική μουσική -κατάλοιπο του Κιούμπρικ- και το σκοτεινό ύφος «αγκαλιάζουν» περίφημα το ρεσιτάλ ερμηνείας του Άρη Σερβετάλη. Αν και το υπόλοιπο καστ (Αϊδίνη, Αλμπάνης, Λουκιανός, Μαλάκης, Ρουμελιώτη, Σκώτης, Φιορέττος), κυμαίνεται σε χαλαρούς ρυθμούς, εκτελώντας διεκπεραιωτικά θα λεγαμε το ρόλο του -πέραν λίγων εξαιρέσεων Αλμπάνη/Ρουμελιώτη σε δυναμικές αναλαμπές-, εκείνος αποδεικνύεται καθηλωτικός, ενώ η περιρρέουσα χλιαρότητα λειτουργεί αντιστρόφως ανάλογα πυροδοτώντας τον ερμηνευτικό του οίστρο. Κατορθώνει άψογα να αποτυπώσει τον παρανοϊκό χαρακτήρα του Άλεξ με κωμικοτραγικές πινελιές ενώ οι όποιοι καρικατουρίστικοι πλατειασμοί χάνονται στο σύνολο της προσπάθειας. Οι χαρακτηριστικοί πυρετικοί παροξυσμοί του, άλλοτε ως θύτης κι άλλοτε ως θύμα, συντελλούν στην κορύφωση του έργου.
Όλα αυτά συνθέτουν μία από τις πιο δυναμικές θεατρικές προτάσεις της χρονιάς καθιστώντας της μια παράσταση που δεν πρέπει να χάσει κανείς.

Saturday, 4 January 2014

Μινόρε

Ξενα σωματα αντικρυ στη φωτια
παγωμενα σε μια ατερμονη στιγμη
να οσμιζονται μανιωδως τα χνωτα τους
αναγνωριζοντας τους ιδιους φοβους και λατρειες
εξαργυρωμενες παντοτε σε πλανες
καλπικα αισθηματα
που ο χρονος λες και τα σκουριασε
με υγρα χαστουκια
ποτισμενα με πρωινους ιδρωτες
και δακρυβρεχτες αφηγησεις στο φιλοθεαμον κοινο

Και δε σταματησαν εκει.
Ο καιρος εφερε αλλη μια πλανη να προσθεθει
στο αθροισμα.
Οι ευσεβεις ποθοι συνηθισαν τοσο
την ορμεμφυτη μεροληψια τους
την επιμελως αφελη εθελοτυφλια
που κουραστηκαν πια και βαλθηκαν να ξυπνησουν τη συνειδηση.
Μα ταχα γινεται η λογικη να δραπετευσει απ'το ενστικτο;

Πιθανως.
Παντα υπαρχει μια λησμονησμενη εξαιρεση στον κανονα.
Στον κανονα που ξεχασαν να πουν πως γεννιεται
μεσα στα σπλαχνα της εξαιρεσης
ζηλευοντας με λαιμαργια την αυθυπαρξια της.
Επειδη η εξαιρεση δε χρειαζεται τον κανονα για να υπαρξει.
Γεννιεται απο μονη της και πεθαινει παλι μονη

Τα σωματα συνεχιζουν να αφουγκραζονται
τις πνιχτες τους αυρες γυρω απ τη φωτια.
Η σιωπη ειναι εκκωφαντικη για τα γυμνα τους αυτια
ενω τσακισμενα τους χερια μενουν ακινητα στο θλιβερο θεαμα.
Λιγο εμεινε πριν κατασπαραχθουν σαν αγρια θηρια.
Προσπαθωντας να σωσουν οτιδηποτε προλαβαινει να σωθει
μα για τιποτε δεν υπαρχει χρονος
Μονο το αιμα απο τις πληγες και αυτες να χασκουν σαν
λευκοι αβυσσοι στο σκοτεινο αδιεξοδο
Πριν το τελος ο πονος μια γαληνη ανειπωτη θαρρω.
Γιατι ρωτας.
Γιατι μονο ετσι ξερεις στο τελος της ημερας πως άξιζε που εζησες.