"Και μες στην τέχνη πάλι, ξεκουράζομαι απ' την δούλεψή της."

Tuesday, 22 July 2014

Φευγιο

Μαυροντυμενη ηρθε η Αγαπημενη
τα ματια της δυο κεχριμπαρενιοι βολοι
αντανακλουσαν τις ηλιοσπαρτες αχτιδες
χρωματισμενα κοκκινα απ' των δακρυων την παλετα
υστατο χαιρε στον Αγαπημενο θε να δωσει

Με σκονισμενες θυμησες στα χερια
τα χερια τα ωχρα της
τρεμανε απ' τον προωρο χαμο
χιλια ανειπωτα σαγαπω βαστουσαν
στο μνημα το ολολευκο για να αφησουν

Μια δυο φορες τα ποδια της κοντεψαν να λυγισουν
μεγαλο ειναι το βαραθρο, ασηκωτο στις πλατες
σαν χασεις οσα σε υψωσανε
απο τον ατερμονο συρφετο
ουσιας νοημα στου βιου τα κλωναρια

Τα χρυσα τα γραμματα κοιταζει "ετών 28",
κι ενα πικρο ρυακι απ τα ματια της γλιστρα
ωδη στο αδικο φευγιο της νιοτης
 "Αντιο Αγαπημενε" ψελλισε
με τη βραχνη φωνη της και σταθηκε ασαλευτη με δακρυα το χωμα να ποτιζει


Friday, 18 July 2014

 
τα βλεφαρα της ερμητικα τα εκλεισε
αφουγκραζοντας τη ραγισμενη σιωπη
πλαι σ' εκεινον που εσπειρε ο Πολιευς μισο θεο μισο θνητο
μια παγωμενη Κυριακη χιλιαδες χρονους πριν

αντικρυστα, μπλεγμενα χερια και βαριες ανασες
μια να του κλεψει προσπαθουσε
για να την πλεξει με αγιοκλημα και σταυρο χρυσο
σαν φυλαχτο να το φορα τις νυχτες που πονα

αγκαλιασμενοι στα λευκα σεντονια
ηρωες θυμιζαν απο ονειρο σαιξπηρικο
που την αγαπη τους κουραστηκαν να φυγαδευουν-και αλλο δεν αντέξαν-
εγειραν απανω στου φουρτουνιασμενου τους ονειρου την ποδια να ξαποστασουν

εκεινο που ποτε τους δεν τους προδωσε
με μελωδιες ορφικες τους εντυσε
μια νυχτα του Ιουλη με πανσεληνο
υπο το φως του φεγγαριου ευλαβικα οταν λιτανευαν την Αφροδιτη

ηταν αλλιως το ενιωσαν απανω στης καρδιας τους χτυπους
βαπτιστηκαν στου Ερωτα τον ποταμο
σαν αυριο να μην υπηρχε σ' ενα δωματιο σκοτεινο
δυο αχωριστες σκιες που λαμπανε μες στο γλυκο ημιφως

φυλακες αγγελοι πιο περα στεκονταν και στα κλεφτα ψιθυριζαν ψαλμους
"....κι ενωθηκαν εις σαρκαν μιαν"
κι αληθινα τα λογια βγηκαν
ενα γινηκανε στο τελος, ενα κι οι ψυχες

ομως ακομη μια φορα το ονειρο τελειωσε την αυγη
ευτυχια φυλακισμενη σε κλεψυδρα
καθε κοκκος ακανθινο στεφανι στις καρδιες τους καρφωμενο
αβασταγες οι μαχαιριες ο πονος δε μετριεται 

κι ηρθε νυχτα οπου καποτε δακρύσαν κι οι θεοι
οταν την ακουσαν να κλαιει-κυκνος πριν πεθανει-
βουβα "γιατι" και παρακλησεις
ικετευε μια καταιγιδα λησμονιας να βρεξει να ξεχασει ο,τι κι αν εγινε να θαψει

κι ετσι οι θεοι το θελησαν τον πονο της να μαλακωσουν
γιατι αγαπη τετοια δεν γνωρισε ξανα αυτος εδω ο κοσμος
σαν ροδο τους πολυτιμο περηφανοι που θαυμαζαν
και διπλα τους το πηραν μην τους μαραθει

γιατι οι ανθρωποι στα δυο ειναι σπασμενοι
κι αμα το αλλο το μισο το βρουνε και το χασουν
στα δαχτυλα μετριουνται οι στερνες πνοες τους
απ' το μαραζι ξεψυχουν δεν εχουν λογο πια να ζουν

μα μη φοβαστε- οι δυο μας ηρωες γινηκαν απ'των θεων το χερι
δυο λαμπρα πετρωματα στον ουρανο αστερια, ποτε η αγαπη τους μη σβησει
να λαμπουν ως τα υστερα του κοσμου μαζι αγαπημενοι
και περα απο εκει για παντα στους αιωνες.

-Σ'αγαπώ ως εκεί που τα μάτια μου αγγίζουν, ως εκεί που η ψυχή μου τρέμει, μα πιο πολύ σε αγαπώ ως τον παλμό τον τελευταίο της καρδιάς μου.-




Saturday, 12 July 2014

Μυρισε ερωτας

ο ερωτας τους χτυπησε την πορτα
λιγο πριν το χαραμα
κατω απο σεντονια ποτισμενα
με ιδρωτα αγιο μυρο της Γραφης
βαπτιστηκαν στο ονομα του πανσοφου Ερωτα

ανασες μπερδεμενες το χωρο νοτιζαν ευλαβικα
αγνοτητες λαβωνοντας με μυστικους ψιθυρους
λογια, λυτρωμου συγχωροχαρτια σε κολασμους και παθη
της νυχτας ποθοι σκοτεινοι γλαφυρα συλλαβιζαν
με πραξεις τη λαγνεια

ποσο σε ηθελα και σε νιωσα
ποσο με αγγιξες και χαθηκα;
ονειρα βαμμενα βαθυ αλικο φιλι
τελετη στον κατεργαρη Βακχο
με σταφυλι και κρασι οπως σε κεινον μοναχα αρμοζει

στης εκστασης τη μεθυσμενη ζαλη
εκει παραδοθηκαν, τυφλα κι υπνωτισμενα
σε επιταγων αμαρτωλων θυσια τα κορμια τους εταξαν
διχως καποιο ανταλλαγμα να τους προσμενει
ευγνωμονες μοναχα που ετυχε ν' αγαπηθουν σε τουτο τον παραξενο κοσμο

σταθηκαν αγκαλιασμενοι εκει που χρονος δεν πατα
στου μηδενος το απειρο μπροστα
ενωθηκαν παντοτινα κι αιωνια
κλεισαν τα ματια κι υστερα τα χειλη τους τα κουρασμενα
ενωθηκαν σε μια σχισμη.















Tuesday, 8 July 2014

Του αβεβαιου οι μαχαιριες

Του αβεβαιου βαθιες οι μαχαιριες
σε μαυρη αβυσσο με πεταξαν που πια λησμονησα και τ'ονομα μου
απο που ξεκινησα, για ποιο σκοπο
πλανιεμαι στο σκοταδι τυφλωμενος ιχνηλατης
χερια ποδια ματωμενα απ' αγκαθια και κισσους

ευτυχισμενα χρονια δεν βαστω
μηπως υπηρξαν και μου τα κλεψε η ληθη;
ή μηπως σταθηκε ο Χρονος δικαστης και τιμωρος και μου τα στερησε
για ξεχασμενες αμαρτιες που διεπραξε η απεθαντη ψυχη μου;

συγχωρα με που κλαιω
δεν αντεχω αλλο τα νυχια στις γροθιες μου να καρφωνω
ασε με να κλαψω, σε παρακαλω
μεχρι τα δακρυα να στερεψουν απ' τα βαθη της υπαρξης μου
μεχρι τα ματια μου γυαλινοι καθρεφτες να γενουν

ακουνητοι κι ασαλευτοι
το ειδωλο σου να λατρευουν.
συγχωρα με και παλι,
μη με κοιτας που κλαιω να χαρεις,
κρατα με οπως τοτε να γελω με καποιο ανοητο αστειο

καλυτερα να με ξεχασεις ομως θαρρω
ισως ετσι ξεγελασεις τους θεους κι ο Χρονος υπακουσει
και μας γυρισει πισω
εκει στην αδιαφορη αρχη, στην νηνεμια της αγνοιας
οταν τα ματια σου δεν σημαιναν για μενα τιποτα

μα τωρα που σημαινουν ζωη και θανατο μαζι
τα πως και τα γιατι ενα ερωτημα περισσιο
τωρα η τελευταια ανασα απο το ξεσκισμενο μου κορμι χορο μπροστα σου στηνει
τωρα η καρδια μου ξεχασε να χτυπα για τον δικο της εαυτο
κι εμαθε μοναχα για σενα να χτυπα

μη μ' ακους σε παρακαλω
τα αυτια σου κλεισε να χαρεις,
συνηθισα στο ερεβος να ζω την μαυρη καταχνια σαν συντροφια να εχω
συνηθισα να ζω σαν τη σκια
μια σκια διχως ψυχη που περπατα τον κοσμο διχως ν' αγαπα και ν' αγαπιεται

το φως της λυτρωσης αργει
χιλιαδες μιλια μακρυα του σε τουτη δω τη φυλακη
παγιδευμενη διχως πνοη κι αγερα
μα προπαντος χωρις εσενα
χιλιες φορες καλυτερα ο θανατος λογιζεται

εκει, στην αλλη τη ζωη ισως σε βρω
εκει να σ΄αγκαλιασω ισως μπορεσω
και καπου κατω απο του παραδεισου τα αγριοκυπαρισσα
τα ματια σου τα αγαπημενα
ισως ξανανταμωσω.