"Και μες στην τέχνη πάλι, ξεκουράζομαι απ' την δούλεψή της."

Monday, 17 November 2014


Καθόταν βαρύς και ρέμβαζε στο πιο απόμερο τραπεζάκι του καπηλειού. Απάνω στο τραπέζι κρασοπότηρα αδειανά και το τασάκι γεμάτο άφιλτρα αποτσίγαρα. Η όψη του αγριευτική από μακρυά, έτσι όπως τα πυκνά του μούσια αγκάλιαζαν το φλογισμένο πρόσωπό του. Μια φλέβα πάλευε στο μέτωπό του έτοιμη να εκραγεί. Δε τον είχα ξαναδεί ποτέ στη ζωή μου. Κι όμως ένιωθα ότι τον ήξερα. Σαν να είχαμε ξανασυναντηθεί σε κάποιον αιώνα περασμένο με άλλη όψη, αλλά η απέθαντη ψυχή μου μπορούσε τώρα και τον αναγνώριζε. Ναι, τον ήξερα θαρρώ, όπως η αρχέγονη πυρά γνωρίζει το μπαρούτι. Τα βήματά μου οδηγούσε κάποια μοιραία ειμαρμένη σε μέρος που οι θεοί με προόρισαν από γέννα να βρεθώ. Υπνωτισμένη, κινήθηκα προς το μέρος του. Καθώς τον πλησίαζα, μ' έκοψε η τραχιά του αύρα. Ήταν σκοτεινή και βίαιη, μα ταυτόχρονα η πιο αγνή που είχα δει ποτέ μου. Χιλιάδες θάλασσες, θαρρείς, σφυρηλατούσαν τη σάρκινη περιβολή μου. Στάθηκα εμπρός του περιμένοντας. Εκείνος, έριξε το βλέμμα του απάνω μου κι ύστερα έγνεψε.
Τα ασπράδια των ματιών του έσταζαν αίμα απ'το αλκοόλ. Ήταν άγνωστος μα δεν τον φοβόμουν. Τον ήξερα αυτόν τον άγνωστο. Στην ίδια αθάνατη μοιρασιά χωρίστηκαν οι πρωτότοκοι μας δρόμοι.
Ο άγνωστος, παρέμενε σιωπηλός κοιτώντας τον απέναντι τοίχο. «Καλωσήρθες», τον άκουσα να λέει, γυρίζοντας αργά προς το μέρος μου.
Πήρα την καρέκλα και κάθισα στο πλάι του. Η μυρωδιά του κρασιού ξεχείλιζε απ' τα ρουθούνια του. «Πες μου το όνομά σου», τον ρώτησα κι εκείνος χαμογέλασε λοξά:
 -Δεν έχω όνομα. Ίσως να είχα κάποτε, μα τώρα πια το λησμόνησα.
 -Δε θα ήταν το όνομα σου τότε, αυτό που γράφτηκε για σένα, είπα ανάβοντας ένα τσιγάρο.
-Ίσως. Ίσως, αυτά που έκανα κι όλα αυτά που δεν πρόλαβα να κάνω, μ' έκαναν να το ξεχάσω από ντροπή.
Ναι, ήταν ντροπιασμένος για κάποια ήττα που δεν ήξερα ακόμη. Ο άνθρωπος που καθόταν δίπλα μου ήταν βουτηγμένος στη ντροπή. Τον κοίταξα ξανά. Μέσα απ' τα μάτια του έβλεπα τον ραγισμένο καθρέφτη της ψυχής του. Ήταν γεμάτη θλίψη μαζεμένη εδώ και χρόνια, σαν μαύρο κατακάθι.
-Πες μου ποια μάχη έχασες.
-Έχασα τον πόλεμο, θαρρώ. 
-Μόνο όταν παραδίδεις τα όπλα, ο πόλεμος τελειώνει.
-Δεν ξέρω τι απομένει. Σιχάθηκα αυτόν τον κόσμο. Αυτόν τον κόσμο που δεν επέλεξα να ζω, ίδιος με βούρκο, εκεί λιμνάζω χρόνια. Κι όσες μάχες έδωσα, τις έχασα, γιατί έτσι γεννήθηκε ο κόσμος γύρω μου και δεν μπορεί να αλλάξει.
Σήκωσε τα χέρια του και έκρυψε το πρόσωπό του, αφήνοντας έναν πικρό στεναγμό. Δίστασα για μια στιγμή , αλλά στο τέλος είπα:
-Πες μου τι έγραφε ο Σκοπός σου.
Τα μάτια του σκοτείνιασαν. Κατάλαβε τι τον ρωτούσα. Δυο άγνωστοι που μίλαγαν την ίδια γλώσσα, ίσος προς ίσον.
-Τελικά δεν είχα άδικο. Σε «διάβασα» όταν στάθηκες μπροστά μου. Σε έχω ξαναδεί. 
-Ίσως σε μια άλλη ζωή.
-Σε ένα άλλο καπηλείο; γέλασε με νόημα, πάλι με το λοξό χαμόγελο.
Με ήξερε όπως τον ήξερα. Σε κάποιο ρήγμα μες στο Χρόνο, είχε τύχει να ξαναβρεθούμε.
-Τι έγραφε ο Σκοπός σου; επανέλαβα.
-Έγραφε πολλά. Στα περισσότερα απέτυχα και τώρα πια είναι αργά, απάντησε στο τέλος.
-Άρα υπάρχουν και άλλα, τα οποία τα κατάφερες.
-Ναι, αλλά όχι όλα όσα έπρεπε. Κι αυτό με ντροπιάζει. 
-Ήρθες στον κόσμο σαν οποιονδήποτε άλλον που συναντάς στο δρόμο, καθώς περπατάς τα πρωινά και τα βράδια σου. Κι όμως εκείνοι δεν νοιάζονται για το Σκοπό τους, περπατούν μες στην απαξίωση χωρίς να το γνωρίζουν. Ο Σκοπός δε σημαίνει τίποτε για αυτούς, αδιαφορούν. Εσύ αγωνίστηκες για τον Σκοπό σου, μάτωσες. Δεν τα κατάφερες όπως θα ήθελες, μα το μέτωπο σου δεν είναι λερωμένο.
-Με αηδιάζουν. Κυκλοφορούν ανίδεοι, χαμένοι στο μηδέν, δίχως αξίες, «πιστεύω» και Ιδέες.
-Μιλάς για Ιδέες.
-Ναι, γιατί έχω. Για αυτές τις Ιδέες, παλεύω επί χρόνια. Για να υπεράσπιστώ όσα αγαπώ. Για ένα καλύτερο αύριο. Για να μεγαλώσουν τα παιδιά μου, τα παιδιά των παιδιών μου. Για τον Άνθρωπο.
Ώστε ήταν Πολεμιστής. Δεν μου έκανε έντυπωση. Βαθιά μέσα μου, ίσως το ήλπιζα. Είχα γνωρίσει κι άλλους Πολεμιστές, αλλά εκείνος ήταν αλλιώτικος. Είχε σφραγίδα από άλλους τόπους Υψηλούς.
-Ποιες είναι λοιπόν, οι Ιδέες σου;
-Τι άλλο από έναν κόσμο ελεύθερο; Έναν κόσμο χωρίς σκιές. Έναν κόσμο αληθινό που στάζει Ουσία, δίχως ψέμα. Μια πατρίδα τιμημένη, κάποια κόκκαλα ανδρείων.
-Κάποιος θα έλεγε πως μιλάς για μια Ουτοπία.
-Ίσως και ναι. Μα δεν σταμάτησα ποτέ να ελπίζω σε αυτή και να υπερασπίζομαι το Ιδανικό μου.
-Τώρα τι άλλαξε, λοιπόν;
-Μάλλον κουράστηκα. Δε θα 'θελα να σταματήσω, μα βλέπω πως ο αγώνας μου δε με οδηγεί πουθενά. Ίσως για χρόνια κυνηγούσα ανόητες χίμαιρες.
Τα μάτια του πέταγαν σπίθες. Στάλες ιδρώτα κατηφόριζαν στον κρόταφό του. Πάγωσα. Αν εγκατέλειπαν κι οι Πολεμιστές ποια μοίρα περίμενε τούτο δω τον κόσμο; Ποια ελπίδα, ποιο αύριο; Είχε πολεμήσει σκληρά το έβλεπα. Σε μάχες άνισες, με αντιπάλους που βαστούσαν χαρτιά σημαδεμένα. Όχι, δεν μπορούσε να εγκαταλείψει τώρα.
-Θέλω να με ακούσεις, είπα.
-Τι έχεις να μου πεις; «Δεν ξέρεις», μου απάντησε και κάρφωσε τα μάτια του στον τοίχο.
-Όχι, δεν ξέρω, γιατί δεν είμαι Πολεμιστής. Είμαι Γραφιάς. Τις δικές μου μάχες τις έδωσα σε ένα άσπλαχνο, λευκό χαρτί. Με χιλιάδες «τυφλά» μάτια να προδίδουν όσα σκάλισε η πένα με απόσταγμα ψυχής.
Απότομα γύρισε βυθίζοντας το βλέμμα του μέσα στο δικό μου.
-Τι γράφεις;
-Γράφω για κόσμους νοερούς, για μέρη που ο άνθρωπος δεν πάτησε ποτέ, γιατί βούλιαξε από παιδί σε γλυκόπιοτους συμβιβασμούς. Γράφω τα πάθη μου και για πόθους ευσεβείς. Ζωγραφίζω με τις λέξεις την κληρονομιά μου. Όσα με σημάδεψαν, όσα με έριξαν μες στο απέραντο κενό και όσα με τράβηξαν από την άβυσσό μου. Για ένα χάδι, ένα όνειρο ίσως απατηλό. Γράφω για αυτά μου με κρατούν τα βράδια άγρυπνη και για όσα ανασαίνω όταν ξυπνάω το πρωί. Γράφω για ό,τι με προστάζει η καρδιά.
-Επικίνδυνο να ακούς αυτά που σε διατάζει η καρδιά.
-Επικίνδυνο είναι να κλείνεις τα αυτιά σε αυτά που σε διατάζει η καρδιά. Τότε βυθίζεσαι στο ψέμα, στο ανούσιο πέρασμα της ώρας, του χρόνου, των χρόνων. Όταν η ζωή σου απομακρύνεται από τους χτύπους της καρδιάς σου, τότε χάνεις τα πάντα, ακόμα και τον ίδιο σου τον εαυτό. Δες, δε διαφέρουμε και πολύ. Εσύ παλεύεις για ανώτερες Ιδέες κι εγώ για έναν κόσμο που ακούει την καρδιά του. Είναι μια Ιδέα και αυτό.
Με άκουγε ήρεμα κι όμως μπορούσα να δω τον «πυρετό» που τον έκαιγε.
-Όταν λείπει η λογική γίνεσαι έρμαιο των γεγονότων, είπε κατεβάζοντας το κεφάλι.
-Η λογική είναι ένα βοηθητικό εργαλείο. Απόλυτα υπολογιστικό. Σαν τα κομπιούτερ. Ακόμα και τα κομπιούτερ όμως, κάποτε κάνουν λάθος. Τότε έχεις το βάρος ενός λάθους που δεν μπορείς να το βαστάξεις, γιατί σε φυλακίζει σε στοιχειωμένα μέρη του μυαλού. Είναι τα «αν» που δεν ξεκλείδωσες ποτέ.
-Κάποτε άκουσα την καρδιά μου και με πρόδωσε.
- Η καρδιά κάνει περισσότερα λάθη. Ναι, αυτή είναι η αλήθεια. Όμως, μετά είσαι εσύ και τα κομμάτια σου. Τίποτε στο ενδιάμεσο. Δεν σε στοιχειώνει κανένα «αν» απωθημένων πόθων. Στέκεσαι βουβός στην εσχατιά σου κι αρχίζεις να μαζεύεις τα θρυμματισμένα σου κομμάτια για να αναγεννηθείς, κύριος πια του εαυτού σου. Μόνο όταν φτάσεις στο σημείο αυτό, στο απόλυτο μηδεν , θα μπορέσεις να ανασηκωθείς.
-Ελεύθερος;
-Ναι ελεύθερος.
Τα κατακόκκινα μάτια του βούρκωσαν. Μπροστά μου δεν είχα πια έναν άνδρα, αλλά ένα μικρό, φοβισμένο παιδί. Ένα παιδί που πάλευε να κρατήσει ακέραιη την αθωότητά του μέσα στη βία των καιρών που ήταν ταγμένος από τη γέννα του να υπηρετεί.
-Θέλω να με ακούσεις, λοιπόν, με την καρδιά. Οι λέξεις και τα νοήματα χάνονται αν δεν χαράσσονται εκεί, γι' αυτό κάνε αυτό που σου λέω. Άκου με, με την καρδιά. Γεννήθηκες με έναν Σκοπό που δεν τον έριξες στη λησμονιά για χάρη της βολής σου. Κι αυτό γιατί άκουσες την καρδιά σου. Έχεις φρονήματα κι αρχές που λείπουν από τον συρφετό. Δεν είσαι ακόμη μια μαριονέτα, γιατί είσαι απ' αυτούς που έκοψαν τα σχοινιά που τους βαστούν ομήρους στην λιγοψυχιά των ημερών μας. Πάλεψες και έπεσες, μα τώρα είναι ώρα σου να σηκωθείς. Να παλέψεις για όσα πιστεύεις, για όσα θεωρείς πως αξίζει να χύσεις και το αίμα σου. Γιατί αν σταματήσεις τώρα, δε θα ευτυχήσεις. Κι όταν πεθάνεις, κανένα χώμα δε θα σε χωρά. Θα είσαι ανελεύθερος. Ναι, θα ξαναπέσεις πολλές φορές. Ίσως αυτό είναι και το πιο σημαντικό. Να πέφτεις, για να σηκώνεσαι πιο δυνατός, πιο αποφασισμένος. Στις μάχες σου ποτέ να μην ξεχνάς να συμμαχείς με την καρδιά σου κι έτσι κάθε νίκη πιο γλυκιά και τιμημένη θα 'ναι. Δε σε ξέρω, μα νομίζω πως έχουμε ανταμωθεί ξανά. Μη με ρωτήσεις πού. Τα χρόνια ξεθώριασαν την Μνήμη, αλλά δε γελιέμαι. Μου το μαρτύρησε ο τρόπος που νιώθω την σάρκα σου να καίει, τόση ώρα που καθόμαστε αντικρυστά. Και άκου με εδώ προσεχτικά και κάθε φορά που θα σε ζώνει η αμφιβολία, κάνε τον κόπο και θυμήσου τα λόγια που σου λέω σε τούτο δω το καπηλειό. Αν κάποιος μπορεί να αλλάξει αυτόν τον Κόσμο, αυτός ο κάποιος είσαι εσύ. Αν κάποιος, μπορεί να κάνει μπορετή αυτήν την Κόλαση, αν κάποιος μπορεί να την ομορφύνει, τότε αυτός ο κάποιος κάθεται τώρα δίπλα μου και με κοιτά.
Ο άγνωστος με κοίταγε σαστισμένος. Δεν ήξερα αν με πίστευε ή αν του φαίνονταν τρελά αυτά που άκουγε. Στο τέλος, με μάτια πιο κοφτερά κι απ' το γυαλί μου ψέλλισε:
-Πώς μπορείς να μιλάς με τέτοια λόγια για έναν ξένο;
Χαμογέλασα.
- Μιλάω έτσι, γιατί έτσι με προστάζει η φλέβα της καρδιάς. Μιλάω γι' αυτά που μου φανέρωσαν τα μάτια σου στα κλεφτά. Ξέρεις, τα μάτια σου μιλάνε περισσότερο από τα λόγια σου. Είναι σπάνιο. Μου 'δειξαν τη φωτιά που σιγοκαίει μες στα στήθια σου και να τη σταματήσει τίποτα δεν μπορεί άμα αγριέψει. Είδα τη Δύναμη που σου 'πλεξαν οι Μοίρες να φοράς, ανομολόγητη για άλλο θνητό.  Σου μιλάω με τέτοια λόγια γιατί... γιατί δεν είσαι ξένος.
Εκείνη τη στιγμή σιωπή τύλιξε το τραπέζι. Η συζήτηση σταμάτησε κι έμειναν ακίνητοι.
Δυο άγνωστοι, γνωστοί από χρόνους περασμένους, κάθονταν σιωπηλοί κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον μπροστά στης αιωνιότητας το κεφαλόσκαλο.

... 2/11/14




No comments:

Post a Comment