"Και μες στην τέχνη πάλι, ξεκουράζομαι απ' την δούλεψή της."

Friday, 27 November 2015

Δε με μέλλει πια


Εκεί ψηλά όπως βασιλεύει ο ηλιάτορας
Μια ανάσα ζωής με μια ματιά στο γαλάζιο τ΄ ουρανού
Γεμίζουν τα στήθια οξυγόνο από αυτό που τόσο καιρό είχε εκλείψει
Δεν ξέρω πώς μήτε το γιατί
Μα ξέρω πως μοιάζει ένα χαμόγελο όταν το βλέπω
Κι αυτό αντικρίζω τώρα σε εκείνον τον καθρέφτη
Που μέχρι πριν με περιγελούσεΈσπασαν από το πουθενά τα σίδερα
Πόσα γυαλιά ξεχύθηκαν και ποσά αμέτρητα κομμάτια
Μα δεν με μέλλει τώρα πια
Φτάνει που λεφτερώθηκα από 'κεινη τη διαβολεμένη φυλακή
Ω, μόνο εσύ Θεέ μου ξέρεις πώς με 'πνιξαν τα σίδερά της, πώς λίγο έλειψε να συντριβώ απ΄την απανθρωπιά της
Θυμήσου όλα τα βράδια που με είδες να φωλιάζω στη δειλία παραδομένη στην μοιρολατρία της ματαιότητας
Τότε δεν πίστευα πως θα ξεφύγω από αυτή τη φρικτή αλληλουχία υποταγής.
Κι ήρθε η ώρα που το τέλος έγινε αρχή, που το φως μ΄αγκάλιασε ξανά.
άρχισα να περπατώ στο γνώριμό μου δρόμο.
Ο δρόμος ξέρω είναι μακρύς μα δε με μέλλει
Τώρα ναι, μπορώ να ενώσω τα κομμάτια
Και τα γυαλιά που σπάσανε ξανά να τα κολλήσω θα μπορέσω
Ράγισμα να δει κανείς δε θα υπάρξει σας το λέω
Το πέπλο των νέων ταξιδιών θα κρύψει τα σημάδια
Κι εγώ ελεύθερη μονάχα ελπίδα και ονείρατα βαστώ
Τίποτα παλιό μαζί, καμία αποσκευή του χθες για να θυμάμαι
Θαρρώ σας το ξανάπα
Τώρα δε με μέλλει πια

Thursday, 7 May 2015

Πώς

πριν απ'την κοψη της σπορας μου
σ' ενα τραπεζι καθισα ν' αδειασω σκεψεις
απ' αυτες τις καταχωνιασμενες μες στα συρταρια του κενου
διπλα σε μελωδιες που θυμησες ξυπνουν και σε καπνους που στροβιλιζονται

πώς αλλαξαν οι καιροι σε μια βραδια
το τωρα πώς ξεχαστηκε κι εγινε χθες
και πώς οι ανθρωποι σκοτωνουν αδερφια για μια σακατικη βολη
πώς ξεριζωνουν ονειρα σε μια εφημερη προοπτικη και πώς το μαξιλάρι κάθε βράδυ το μουσκευουν

πώς η αγαπη βγηκε απ'το κουκουλι σαν οχια
και μπηγει δοντια στο μεδουλι
πώς μια συγγνωμη δεν ακουστηκε ποτε για τα φρικτα σημαδια
πώς φωλιασε το μισος κι η μικροπρεπεια μες στην ψυχη
και πώς η ληθη εδιωξε τα δακρυα που καποτε κυλουσαν
πως οι χυδαιες πραξεις οι κρυφες κι οι ανανδρες μ' αποστροφη σε ντυνουν
πώς στο χειλος του γκρεμου αντι να κανεις πισω βαζεις προς ολοταχως

πώς χαθηκε ο ταξιδιαρης
που αλητευε σε γη απατητη απο ποδια μαγαρισμενα αυτα των κερδισμενων
σε ποια αμφιβολη σκια τη διαφορετικοτητα του να θαψει προσπαθει
πώς ενα γινεται με τις φαιδροτητες που λοιδωρουσε κι αλλα φτηνα κι ανοσια

πως θα θελα ο ξενος, ξενος να μενε
να παλευει για οσα ακουσα πως αγαπα
κι ενα μινορε της αυγης να τραγουδα πριν φεξει ο ηλιος
ψιθυριστα μες στη βουη των δρομων
να δινει δυναμη στους χαλεπους καιρους της υπαρκτης ανυπαρξιας


Saturday, 11 April 2015

την κορφη του Ιδανικου
ποτε μη λησμονησεις
μην ξεχωρισεις τη θωρια σου απ'τη δικια του
γειρε απανου του το τσακισμενο σου κουφαρι 
να σου το θρεψει με βαλσαμο αγιωτικο




Friday, 10 April 2015

Έρως.
ισκιος που φεγγοβολα απο του αετωματος την κορφη
πιανει το ματι ενα αορατο θεριο
που σπαραζει καρδιες θνητων και ξεκαρδιζεται
γελα με την αφελεια, τα ματια που δε θελουν να δουν
την κρυφη ντροπη στις προσβολες των γυρω

κι υστερα σε καλντεριμια τριγυρνα
με πιρουετες προχωρωντας
με στομα ολανοιχτο να χασκει
ετσι να περιμενει ποιες ψυχες
αλυπητα κι αυτο το βραδυ θα ξεζουμισει

Tuesday, 7 April 2015

Άκανθος

περασαν ομορφα τα χρονια με γελια και χαρες
οι ξεφρενες γιορτες ανταριαζαν τις νυχτας τη βουβη αχλη
καποιοι χοροι που αρχινησαν στου φεγγαριου τους δεικτες
και με την πρωτη αυγη τελειωσαν απροθυμα

περασε ο καιρος γλυκα κι ανεμελα
με συντροφια τραγουδια στο αυτοκινητο
με μελωμενα αποσταγματα να ευφραινουν τις βραδιες
και τους καπνους να ξεγελουν τα θερια της σιωπης

κι υστερα απο αμνημονευτους καιρους ξυπνησε εκεινο τ' αγριο βραδυ
πνιγμενη στον ιδρωτα
δυο χτυπους χανοντας ανοιξε με σαστισμα τα ματια,
ενα πορτραιτο Απολυτου τρομου και φρικης
ταχα στο ονειρο ειδε αιμα βαθυ κι αυτο το προσωπο
λουσμενο με την αυρα του θανατου

σωθηκε η ανασα της μεμιας
ακανθος το μετωπο της τυλιξε
τα ματαια λογια, το αμειλικτο αδιεξοδο που προσταξε το ψεμα
σαν να μπηξαν στα σπλαχνα της μαχαιρι
το διχτυ της ειμαρμενης ενιωσε να σκιζεται
ομφαλιος λωρος που κοβει η μανα με τη βια

αργα τυλιχτηκαν γυρω απο το λαιμο της χερια κοκκαλιαρικα
καθως απλωνε απειλητικα ο καταχνος οριζοντας της επιβληθεισας ληθης
ξαφνου θυμηθηκε τη γνωστη ανηφορια που καποτε ανεβηκε καρτερικα
και γεμισαν τα ματια δακρυα καυτα απο τις κοψιματιες της μνημης
ω ναι, εκεινο το βραδυ εκλαψε πικρα.

μα υστερα ανετειλαν ξανα οι μερες κι οι νυχτες εδυσαν και παλι οπως προσταξε η Νομοτελεια του Παντος
κι ο πονος αλλη επιλογη δεν ειχε
παρα να ξεθωριασει μετρωντας τις σελιδες ενος αναξιου παραμυθιου




Monday, 16 March 2015

Καλό ταξίδι φίλε μας....

Νεκρός βρέθηκε ο Βαγγέλης...

Μπράβο Ελλάδα που γεννοβολάς τέτοιους «άξιους παλικαράδες», που τραμπουκίζουν τους αδύναμους για να μετρήσει παραπάνω το αντριλίκι τους. Μπράβο μας που στα πρώτα δείγματα τέτοιου είδους ανθρώπων κλείνουμε τα μάτια και τα αυτιά και κάπως έτσι, πέφτει σιωπή για να καλύψει τη βρωμιά, τη σαπίλα, την απαξίωση του ανθρώπου.
Μια απαξίωση που μας στοιχειώνει, γιατί ποτέ δε μάθαμε να σεβόμαστε το διαφορετικό, όποιο κι αν είναι αυτό. Γιατί μας εξιτάρει να ισοπεδώνουμε το αλλιώτικο, αυτό που απλώς διαφέρει από εμάς. Γιατί στην τελική δεν μάθαμε ποτέ να είμαστε άνθρωποι.
Μάθαμε να βαφτίζουμε ανώμαλο και άρρωστο ό,τι δεν μας αρέσει, ό,τι τα μικρονοϊκά μυαλά μας δεν μπορούν να καταλάβουν. Καιρός λοιπόν να μάθουμε να συνυπάρχουμε αρμονικά, να κατανοήσουμε πως ο καθένας μας είναι ίσος με τον άλλον ανεξαρτήτως των διαχωρισμών που συναντάμε κάθε μέρα. Επειδή πολύ απλά καμία ουσία δεν έχουν αυτοί οι ξιπασμένοι διαχωρισμοί. Δεν μετράει το χρώμα, η εθνικότητα, η προτίμηση στον έρωτα.... Μετράει τι κρύβει η ψυχή μας, αν κρύβει φως ή σκοτάδι. Και είναι πολλές οι ψυχές που κρύβουν σκοτάδι στις μέρες μας. Πολλοί αυτοί που προσπαθούν να καταπιέσουν το φως στις ψυχές αυτών που το έχουν. Είναι κάτι που συμβαίνει από τότε που ξεκινά η ιστορία του ανθρώπου. Γιατί έτσι, χτίστηκαν τα θεμέλια των «υγιών» κοινωνιών μας πάνω στον εξευτελισμό ανθρώπων που υπέμεναν καρτερικά και δεν μιλούσαν.
Και μαζί με αυτούς δεν μιλάμε κι εμείς. Κι πάνω σε αυτή την ανοχή πατάνε οι απανταχού ψευτόμαγκες και συνεχίζουν τα καψόνια και την ψυχολογική βία. Μιλήστε. Ο κόσμος που τόσο ποθούμε να αλλαξει, θα αλλάξει όταν αρχίζουμε ν' αλλάζουμε εμείς οι ίδιοι. Όταν θα δείξουμε την ανθρωπιά μας. Ανοχή σημαίνει συνενοχή κι η εθελοτυφλία είναι κι αυτή συμμετοχή στο «έγκλημα».

Λυπάμαι πολύ για το νησί μου.... Κάποτε ήξερα πως η Κρήτη γένναγε λεβέντες κι όχι φονιάδες...

Monday, 9 February 2015

εριξαν τα κορμια τους με βια στο κρεβατι
ξεσκιζοντας ρουχα και χρηστοτητες
τα ενστικτα ξυπνουσαν απο τον ληθαργο
ταραζοντας τη σιγαλια μ' ηδονης βογγητα

πνευματα που οργιαζαν ξεφρενα
μεσ' απο δοχεια σαρκινα που 'σταζαν ιδρωτα
αρχεγονες επιταγες που εξαργυρωνονταν
σε ξεφρενη διεισδυση

η ζωωδης φυση τους ξεφωνιζε προστυχα διαταγματα
κραυγαζαν μανιωδως καθως πλησιαζαν την κορυφωση
κι ο χρονος σταματουσε ανυποπτος συνενοχος στην αμαρτια
με εξαψη

μεθυσμενα κτηνη απο λαγνεια
σε μια αρενα ποθου που πλημμυριζε τις αδειες τους ζωες
στιγμες που ξεθωριαζε η μοναξια μονο δριμυτερη για ν' επιστρεψει
στον τελευταιο στεναγμο της χαραυγης

Saturday, 7 February 2015

ειναι στιγμες σαν την αποψινη
που η θηλια σφιγγει ανελεητα
που τα λαθη μπροστα σου Δικαστες στεκονται και σ' ανακρινουν
και τι να απαντησεις, οταν απαντηση τα χειλη δε βαστουν;

ποιον εαυτο να δικαιωσεις και να δικασεις ποια καρδια
οταν το δρομο που σου χαραξαν πηρες αποφαση μοναχος σου να διαβεις
πνιγοντας τη Λογικη σε μαυρη θαλασσα
οταν σε μαχες χαμενες ριχτηκες για να χωρεσεις σε μια καρδια

για κεινες τις βραδιες που η τρελα γελασε μαζι σου
οταν η Αξιοπρεπεια την πλατη γυρισε μ΄αποστροφη
οταν ματια φιλων μ' οικτο πλημμυριζαν αντικρυζοντας σε
για κεινες τις στιγμες που λησμονησες ποιος ησουν

κι οταν ενθυμεισαι απο που ειχες ερθει και προς τα που βαδιζεις πια
τοτε σε παιρνει το πρωι να μουσκευεις μαξιλαρια
τοτε μυριαδες νυχια γδερνουν  την ψυχη
κι υστερα γυμνη την στηνουν σε περιγελασμου θωρια

ολα για μια καρδια που δεν χωρεσες τελικα ποτε να μπεις
κι ηταν παντοτε δανεικη