"Και μες στην τέχνη πάλι, ξεκουράζομαι απ' την δούλεψή της."

Thursday, 7 May 2015

Πώς

πριν απ'την κοψη της σπορας μου
σ' ενα τραπεζι καθισα ν' αδειασω σκεψεις
απ' αυτες τις καταχωνιασμενες μες στα συρταρια του κενου
διπλα σε μελωδιες που θυμησες ξυπνουν και σε καπνους που στροβιλιζονται

πώς αλλαξαν οι καιροι σε μια βραδια
το τωρα πώς ξεχαστηκε κι εγινε χθες
και πώς οι ανθρωποι σκοτωνουν αδερφια για μια σακατικη βολη
πώς ξεριζωνουν ονειρα σε μια εφημερη προοπτικη και πώς το μαξιλάρι κάθε βράδυ το μουσκευουν

πώς η αγαπη βγηκε απ'το κουκουλι σαν οχια
και μπηγει δοντια στο μεδουλι
πώς μια συγγνωμη δεν ακουστηκε ποτε για τα φρικτα σημαδια
πώς φωλιασε το μισος κι η μικροπρεπεια μες στην ψυχη
και πώς η ληθη εδιωξε τα δακρυα που καποτε κυλουσαν
πως οι χυδαιες πραξεις οι κρυφες κι οι ανανδρες μ' αποστροφη σε ντυνουν
πώς στο χειλος του γκρεμου αντι να κανεις πισω βαζεις προς ολοταχως

πώς χαθηκε ο ταξιδιαρης
που αλητευε σε γη απατητη απο ποδια μαγαρισμενα αυτα των κερδισμενων
σε ποια αμφιβολη σκια τη διαφορετικοτητα του να θαψει προσπαθει
πώς ενα γινεται με τις φαιδροτητες που λοιδωρουσε κι αλλα φτηνα κι ανοσια

πως θα θελα ο ξενος, ξενος να μενε
να παλευει για οσα ακουσα πως αγαπα
κι ενα μινορε της αυγης να τραγουδα πριν φεξει ο ηλιος
ψιθυριστα μες στη βουη των δρομων
να δινει δυναμη στους χαλεπους καιρους της υπαρκτης ανυπαρξιας